Θλίψη στα Χανιά για τον θάνατο του ιδρυτή της ΜΟΒΙΑΚ, Μανώλη Σβουράκη

Θλίψη σκορπίζει στα Χανιά η είδηση του θανάτου του Μανώλη Σβουράκη, του 81χρονου  ιδρυτή και ιδιοκτήτη της ΜΟΒΙΑΚ ΑΕ.

Ο Χανιώτης επιχειρηματίας έφυγε σήμερα από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών. Η κηδεία του θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο αύριο Κυριακή.

Η ζωή του θυμίζει… παλιά ελληνική ταινία, με ένταση, αποφάσεις-σταθμούς και αγωνία για ένα καλύτερο αύριο.

Κάλλιστα θα μπορούσε να μην είναι ο επιτυχημένος επιχειρηματίας που γνωρίζουμε αλλά ένας… ιερέας. Ο ίδιος κλείνει το βιβλίο του διερωτώμενος για το πως θα ήταν η ζωή του αν είχε ακολουθήσει τον δρόμο για τον οποίο τον είχαν προετοιμάσει οι γονείς του.

Αντ’ αυτού, κατέληξε ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης που έχει ταυτιστεί με τα Χανιά και την Κρήτη.

Ο ίδιος διηγείται για τη ζωή του στο βιβλίο του:

Από μικρός και σε ηλικία 13 ετών φαινόταν ότι είχα τάσεις να γίνω επιχειρηματίας και τούτο διότι από αυτή την ηλικία μου άρεσε να ασχολούμαι με μικροεμπόριο όπως θα σας εξηγήσω παρακάτω.

Όμως οι γονείς μου, θρησκόληπτοι και οι δυο, ήθελαν να με στείλουν στην Ιερατική Σχολή, η οποία βρισκόταν στην Μονή Αγίας Τριάδας στο Ακρωτήρι Χανίων (η μοναδική τότε στην Κρήτη), για να γίνω παπάς, κάτι το οποίο δεν ήθελα.Τελείωσα λοιπόν το δημοτικό σχολείο στη περιοχή της Νέας Χώρας με Βαθμό Άριστα. Έδωσα εν συνεχεία εξετάσεις στην Ιερατική Σχολή κατά επιθυμία των γονιών μου και πέτυχα υποτροφία (δωρεάν φοίτηση).Όμως, η απομόνωση και ο τρόπος ζωής στη σχολή δεν μου άρεσε και ήθελα να φύγω από  τον πρώτο χρόνο φοίτησης. Ήμουν κάλος μαθητής αλλά παράλληλα… ζιζάνιο. Δεν άφηνα τους συμμαθητές μου να διαβάζουν, πείραζα στην εκκλησία (3 φόρες την ημέρα εκκλησιαζόμασταν), στην τάξη, στον θάλαμο αναπαύσεως (μέναμε περίπου 50 άτομα στον ίδιο θάλαμο), πείραζα… παντού!

Ήμουν πάντα άτακτος παρά τις εκκλήσεις των καθηγητών μου και τούτο διότι ήθελα να
φύγω από τη Σχολή. Τέλειωσα την 1η και 2η τάξη και στις αρχές της Σχολικής Χρονιάς της 3ης τάξης (σε ηλικία 15 ετών) κατά τη διάρκεια ενός έκρυθμου επεισοδίου με ένα συμμαθητή μου… δεν με άντεξαν άλλο – με πέρασαν από Εκκλησιαστικό Συμβούλιο οι καθηγητές της σχολής (μαζί και ο Μακαριστός Γέροντας Ειρηναίος Γαλανάκης) και αποφάσισαν να μου ανακοινώσουν την αποβολή μου από τη σχολή.

Όχι μόνο με απέβαλαν από τη Σχολή αλλά… από όλα τα Γυμνάσια της Κρήτης! Πηγαίνοντας στο σπίτι με Ενδεικτικό Κοσμίας Διαγωγής και Αποβολή από όλα τα Γυμνάσια της Κρήτης ο πατέρας μου έγινε έξω φρενών! Πήγαμε μαζί σε όλα τα Ιδιωτικά & Δημόσια Γυμνάσια στα Χανιά μήπως κάποιος Γυμνασιάρχης με δεχτεί. Παρά τις εκκλήσεις του πατέρα μου ότι ήμουν κάλος μαθητής δυστυχώς… κανένας δεν με δέχτηκε.Όμως ο Γυμνασιάρχης του Β’ Γυμνασίου Χανίων (κος Κακαβελάκης) μας πρότεινε να τον επισκεφτούμε ξανά σε 2 ημέρες για να μας ενημερώσει εάν μπορούσε να με δεχτεί. Πράγματι σε 2 ημέρες επισκεφτήκαμε ξανά τον Γυμνασιάρχη ο οποίος με δέχτηκε υπό όρους ότι θα είμαι ήσυχο & καλό παιδί και φυσικά ότι θα συνεχίσω να είμαι κάλος μαθητής, όπως και υποσχέθηκα.

Όσο διαρκούσε η φοίτησή μου στο Γυμνάσιο, τις Κυριακές εργαζόμουν (χωρίς να μου το επιβάλλει κανένας) – πουλούσα κουλούρια έξω από τις Εκκλησιές ενώ τα καλοκαίρια πουλούσα στις παραλίες βραστά καλαμπόκια διότι έβλεπα ότι η οικογένεια μου είχε ανάγκη.

Ο πατέρας μου ήταν πλανόδιος ψαράς πουλούσε ψάρια με τρίκυκλο μηχανάκι στις γειτονιές των Χανίων ενώ η αδελφή μου ήταν έτοιμη για παντρειά και χρειαζόταν χρήματα για την…
προίκα εκείνα τα χρόνια.

Υπό τους αυστηρούς όρους του πατέρα μου τέλειωσα το εξατάξιο τότε γυμνάσιο με στόχο (και ιδέες στο μυαλό μου) να μεταναστεύσω. Εκείνα τα χρόνια γινόταν η μεγάλη μετανάστευση των Ελλήνων σε διάφορες χώρες του εξωτερικού – είχα βάλει στόχο τον
Καναδά.Μόλις τέλειωσα το γυμνάσιο επικοινώνησα με την Καναδική Πρεσβεία στην Αθήνα για
πληροφορίες. Με ενημέρωσαν ότι για να είμαι σε θέση να μεταναστεύσω ήταν απαραίτητη προϋπόθεση η άριστη γνώση της Αγγλικής γλώσσας όπως επίσης και η κατοχή Πτυχίου Τεχνίτη και του Απολυτηρίου Στρατού. Όλα αυτά ήταν εύκολα. Αρχικά έπρεπε να αποκτήσω το Πτυχίο Τεχνίτη. Έπρεπε λοιπόν να φοιτήσω σε κάποια Τεχνική Σχολή χωρίς οικονομική επιβάρυνση των γονέων μου. Αποφάσισα να πάω στη Λέρο όπου εκεί τότε υπήρχε η Τεχνική Σχολή της Βασίλισσας – επέλεξα λοιπόν να εκπαιδευτώ ως Ηλεκτρολόγος.

Έμεινα στην Σχολή ένα χρόνο ο οποίος ήταν εξαιρετικά δύσκολος – πείνα, στερήσεις,
μοναξιά και… πολλά άλλα – αλλά τα κατάφερα να πάρω το Πτυχίο και με αυτό είχα στην ουσία το δικαίωμα να δώσω εξετάσεις στο Υπουργείο Βιομηχανίας για να αποκτήσω την
Άδεια Ηλεκτρολόγου.

Αμέσως μετά υπέβαλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά για Εθελοντική Θητεία στην Αεροπορία.
Μετά την βασική Εκπαίδευση στον Άραξο (κοντά στη Πάτρα) υπηρέτησα στα Χανιά στην 115
Πτέρυγα Μάχης ως Μηχανικός Αεροσκαφών JET και παράλληλα στις εξόδους μου όπως επίσης και τις Κυριακές εργαζόμουν για να καλύπτω τα έξοδα σε ιδιαίτερα μαθήματα Αγγλικών (έπρεπε να γνωρίζω πολύ καλά για να μπορέσω να μεταναστεύσω).Μετά το πέρας της θητείας μου στην Αεροπορία υπέβαλλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά στη Καναδική Πρεσβεία, πέρασα από εξετάσεις και εν τέλει ειδοποιήθηκα ότι είμαι σε θέση να μεταναστεύσω στο Μόντρεαλ του Καναδά. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1962 (ημέρα Σάββατο)
με βερεσέ εισιτήρια και με 100 Δολάρια στη τσέπη μπαίνω στο αεροπλάνο για το μεγάλο
ταξίδι και φτάνω στο αεροδρόμιο του Μόντρεαλ (Dorval) στις 23:00. Από εδώ και πέρα ξεκινά… το μεγάλο μου μαρτύριο διότι πρώτον δεν είχα συγγενείς να με φιλοξενήσουν ούτε μέρος να μείνω, δεύτερον τα χρήματα που είχα στη διάθεσή μου θα διαρκούσαν μόνο λίγες ημέρες και τρίτον ο ρουχισμός της Ελλάδος δεν άρμοζε στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στον Καναδά.

Σεπτέμβριος-αρχές Οκτωβρίου στον Καναδά σημαίνει χειμώνας. Όμως δεν το έβαλα κάτω. Είπα στον ταξιτζή να με πάει σε κάποιο φθηνό ξενοδοχείο. Τη δεύτερη κιόλας ημέρα μου βρήκε δουλειά το κράτος. Με τον μισθό που έπαιρνα ίσα-ίσα τα βόλευα. Σιγά-σιγά αγόρασα ρούχα και παπούτσια για να μη κρυώνω, αποπλήρωσα τα αεροπορικά μου εισιτήρια, γνωρίστηκα με άλλους Έλληνες και άρχισε η ζωή να κυλά κάπως ομαλά.

Τα βράδια πήγαινα σε δωρεάν σχολείο το οποίο διέθετε το Κράτος για να βελτιώσω τα
Αγγλικά μου διότι χωρίς την άριστη γνώση της γλώσσας δεν μπορούσε να σημειωθεί
πρόοδος. Με τον καιρό έδωσα εξετάσεις στο Υπουργείο Βιομηχανίας του Καναδά και απέκτησα το Πτυχίο Ηλεκτρολόγου ενώ αμέσως έγινα μέλος του Σωματείου Ηλεκτρολόγων με αποτέλεσμα να ανοιχτεί διάπλατα ο δρόμος για καλές εργασίες.

Το Σωματείο με σύστησε και με προσέλαβε εργολάβος ο οποίος τοποθετούσε Σιδεροκολόνες υψηλής τάσης στα βουνά και στις πεδιάδες του Καναδά για λογαριασμό της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού – έφτασα μέχρι την Αλάσκα – τρία χρόνια σκληρής εργασίας (κρύο -20°C -30°C υπό το μηδέν & πολύ χιόνι) αλλά συνάμα πολλά χρήματα.

Με τα χρήματα τα οποία μάζεψα άλλαξα δουλειά και έγινα εργολάβος οικοδομών με τη βοήθεια ενός φίλου Χανιώτη ο οποίος ήδη ασχολείτο πάνω σε αυτόν τον τομέα.

Πραγματοποιούσα Αγοροπωλησίες ακινήτων και αυτοκίνητων και όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Σημειώνω δε ότι αγόρασα Εστιατόριο και Συνεργείο Αυτοκίνητων (βαφείο και φανοποιείο χωρίς να έχω ιδέα από αυτά τα επαγγέλματα).

Μετά την πάροδο 5 ετών, το 1967 επέστρεψα στην Ελλάδα για 3 μήνες να δω τους γονείς μου, να κάνω κάποια αγορά όπως επίσης να ψάξω για σύζυγο αφού είχα θέσει ως στόχο να γυρίσω ξανά στην Ελλάδα και θα έπρεπε και αυτή να αποδεχτεί τα Χανιά.

Υπό την επίβλεψη του πατέρα μου η αγορά η οποία έκανα μετουσιώθηκε σε μια 4-οροφη
οικοδομή στην οδό Ξέπαπα την οποία κατέχω ακόμη όμως… σύζυγο δεν βρήκα
διότι δεν ήταν και τόσο εύκολο μέσα σε διάστημα 3 μηνών να παντρευτώ με προξενιό
(όπως τότε γινόταν) σε άγνωστο περιβάλλον για εμένα αφού έλειπα τόσα χρόνια.

Γύρισα πίσω ξανά και συνέχισα τις δουλειές μου (πήγαιναν καλά) και τον Μάρτιο του
1970 επέστρεψα ξανά στην Ελλάδα πάλι για αγορά και με πείσμα αυτή τη φορά να βρω
σύντροφο γιατί δεν άντεχα άλλο την εργένικη ζωή.

Ξανά τα ίδια… αγόρασα οικόπεδο στην οδό Μ. Μπότσαρη ενώ κάθε ημέρα με λίστα την οποία είχε ετοιμάσει ο πατέρας μου πήγαινα σε προξενιά. Είχα νοικιάσει αυτοκίνητο με σκοπό να ακολουθήσουμε τη Λίστα όμως συναντούσαμε προβλήματα γιατί ο πατέρας μου ήθελε γυναίκα με περιουσία ενώ εγώ ήθελα γυναίκα του γούστου μου. Τον έπαιρνα μαζί μου διότι αυτός γνώριζε τους προορισμούς λόγω του επαγγέλματος του (πλανόδιος ψαράς) – θα μου πεις… Άκουγες τον πατέρα σου; Ναι, επειδή έλειπα πολλά χρόνια υπήρχε σεβασμός αλλά μέχρι ενός σημείου.

Αφού πέρασαν 2 μήνες (από τους 3 τους οποίους είχα στη διάθεση μου) χωρίς επιτυχία αποφάσισα μόνος μου χωρίς τη γνώμη του πατέρα μου και επέλεξα τη σημερινή σύζυγο μου Ειρήνη Σημαντηράκη (από τα Καλλεργιαννά Κισσάμου) η οποία ήταν τότε 17 ετών από
φτωχή πολυμελή οικογένεια (4 αδελφές & 1 αδελφό). Γνωριστήκαμε, Αρραβωνιαστήκαμε και Παντρευτήκαμε σε… 1 μήνα!Έπρεπε όμως προτού παντρευτούμε να πάμε στην Αθήνα για να περάσει από Ιατρικές Εξετάσεις σε γιατρούς που προσδιόριζε η Καναδική Πρεσβεία προκειμένου να βγάλει διαβατήριο. Όμως ο πατέρας της (χωρικός αυστηρών προδιαγραφών) δεν την άφηνε με κανένα τρόπο να μεταβεί στην Αθήνα μόνη της – με Υπόσχεση Λόγου Τιμής απο εμένα ότι δεν θα παραβιάσω τους Ηθικούς Κανόνες αλλά και με στριμώγματα από πολλούς επιτέλους την άφησε.

Πέρασε επιτυχώς από Ιατρικές Εξετάσεις και βάσει των προσόντων τα οποία είχα αποκτήσει κατά την πολυετή διαμονή μου στο εξωτερικό (είχα αποκτήσει Καναδική Υπηκοότητα & ήμουν Καναδός Πολίτης) την πήρα μαζί μου στο Βανκούβερ του Καναδά όπου είχα σπίτι δικό μου γιατί όπως προανέφερα ήμουν πλέον εργολάβος οικοδομών. Στο αεροπλάνο (14 ώρες ταξίδι) της εξήγησα τη ζωή μου ως ελεύθερος τόσα χρόνια στον Καναδά (για να έχω καθαρή τη συνείδηση μου). Φυσικά την αποδέχτηκε αφού δεν είχε άλλη επιλογή.

Σε αυτό το σημείο άρχισε το μαρτύριο και της συζύγου μου αφού εγώ εργαζόμουν από το πρωί μέχρι το βράδυ και εκείνη ένιωθε μόνη σε ξένη χώρα. Αποκτήσαμε το πρώτο παιδί τον Μανώλη τον Αύγουστο του 1971 και τη Γεωργία τον Οκτώβριο του 1972. Ήταν πολύ δύσκολο για τη σύζυγο μου να μεγαλώσει 2 παιδιά στην ηλικία που ήταν τότε (19 ετών) χωρίς βοήθεια, αλλά αυτή τα κατάφερε.

Το 1973 επιστρέψαμε στην Ελλάδα για να δούμε τους γονείς μας και να βαφτίσουμε τα
παιδιά. Μείναμε στον Καναδά έως το 1976 – τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους επιστρέφουμε οριστικά στην Ελλάδα μαζί με τα 2 μας παιδιά και μένουμε στη 2η τετραώροφη πολυκατοικία στην οδό Μ. Μπότσαρη την οποία είχε ολοκληρώσει ο πατέρας μου.

Αφού ταχτοποιηθήκαμε έπρεπε να επενδύσουμε τα χρήματα τα οποία είχαμε φέρει μαζί μας σε κάποια επιχείρηση η οποία θα ήταν επικερδής στα Χανιά και ιδιαίτερα στην Κρήτη. Είχα πολλές ιδέες και σκέψεις από τον Καναδά όμως καμία από αυτές δεν υλοποιήθηκε διότι με συζητήσεις και έρευνες τις οποίες έκανα σε όλη την Κρήτη διαπίστωσα ότι δεν υπήρχε εργοστάσιο παραγωγής Οξυγόνου, αυτό το σπουδαίο στοιχείο για την υγεία των Κρητικών, αλλά συνάμα απαραίτητο για την Βιομηχανία-Βιοτεχνία αφού μαζί με την Ασετυλίνη χρησιμοποιείται για την Κοπή και Συγκόλληση Μέταλλων.Οι φιάλες τότε μεταφέρονταν στην Αθήνα με τεράστιο Κόστος Μεταφοράς – κενές φιάλες αποστέλλονταν στην Αθήνα και επέστρεφαν γεμάτες. Έτσι λοιπόν με ειδικούς με τους οποίους πραγματοποίησα έρευνα περί της συγκεκριμένης επένδυσης συμπέρανα ότι υπάρχει ενδιαφέρον για να προχωρήσω – επικοινώνησα με τα Νοσοκομεία, τις Κλινικές και τον Ναύσταθμο Κρήτης με σκοπό να μάθω τις τιμές τις οποίες αγόραζαν από Αθήνα όπως επίσης και τις και τις καταναλώσεις τους – το συμπέρασμα ήταν εύκολο… έπρεπε να προχωρήσει η συγκεκριμένη επένδυση.

Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε έρευνα για την αγορά οικόπεδου και μηχανολογικού
εξοπλισμού και έτσι τον Απρίλιο του 1977 ιδρύθηκε η ομόρρυθμη εταιρία – αγοράστηκε οικόπεδο 4.500τμ στα Καθιανά Ακρωτηρίου όπως επίσης και ο μηχανολογικός εξοπλισμός από το Μιλάνο της Ιταλίας για την Παραγωγή και Εμφιάλωση Ασετυλίνης σε κτηριακές εγκαταστάσεις 800τ.μ (ξεκίνησα με την Παραγωγή Ασετυλίνης διότι τα Μηχανήματα ήταν ετοιμοπαράδοτα) – πρώτοι πελάτες ο Ναύσταθμος Κρήτης και όλες οι Κρητικές Βιοτεχνίες στις οποίες ήταν απαραίτητο το προϊόν.

Κλείνοντας, θέτω μια ερώτηση τόσο στον εαυτό μου όσο και σε εσάς… Απορώ! Εάν
αποφάσιζα να τελειώσω την Ιερατική Σχολή και γινόμουν εν συνεχεία Ιερέας, ποια θα ήταν η σημερινή μου κατάσταση…;»

Το zarpanews.gr εκφράζει τα ειλικρινή του συλλυπητήρια στην οικογένεια του εκλιπόντος.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Αφού ρωτάει:
    Εάν γινόταν ιερέας ίσως ήταν πνευματικά πιο πλούσιος.
    Τώρα έγινε υλικά πιο πλούσιος.

    Το σημαντικό όμως είναι ότι έδωσε και δίνει δουλειά όλο τον χρόνο σε πάρα πολύ κόσμο στην τοπική κοινωνία και η Ελλάδα χρειάζεται τέτοιους ανθρώπους επειγόντως!

    Ανθρώπους αυτοδημιουργητους και με όραμα και ιδέες, όχι τα πλουσιόπαιδα από τις πολιτικές και επιχειρηματικές δυναστείες που κυβερνούν σήμερα.

    Αιώνια του η μνήμη!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ