Μάνος Χατζιδάκις: «Παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός»

«Τώρα που ζω με τον εαυτό μου βαθειά κι απόλυτα, θέλω να μάθω ο ίδιος ποιος υπήρξα, τι σκέφτηκα, πώς έζησα και τι είναι αυτό που συνθέτει την μελλοντική μου απουσία» έγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις στο σημείωμα του δίσκου του «Αθανασία», που κυκλοφόρησε το 1976. Και μέσα από την σύντομη προσωπική αυτή εξομολόγηση διαφαίνεται ξεκάθαρα η επιθυμία του να αποκωδικοποιήσει το καλλιτεχνικό αλλά και το ανθρώπινο DNA του και να το προσδιορίσει με σαφήνια έτσι ώστε οι μελλοντικές γενιές να τον θυμούνται γι’ αυτά που πραγματικά υπήρξε. Να τον θυμούνται, όχι με την επετειακή έννοια, είχε ξεκαθαρίσει άλλωστε πως την απεχθάνεται την αναμνησιολογία και τα κατ’ ανάγκη μνημόσυνα, αλλά γιατί αυτό προκύπτει αβίαστα, φυσικά.

Σήμερα λοιπόν, που συμπληρώνονται 27 χρόνια από εκείνο το απόγευμα που πέταξε για την «Γειτονιά των Αγγέλων», ας χρησιμοποιήσουμε την θλιβερή επέτειο ως αφορμή για να θυμηθούν οι παλαιότεροι και να μάθουν οι νεότεροι ποιος πραγματικά ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ο Μάνος Χατζιδάκις λοιπόν ήταν ένας άνθρωπος που δεν τον ενδιέφερε το παρελθόν αλλά μόνον το παρόν και το μέλλον: «Δεν σάς μελαγχολούν τα χρόνια που περνάνε» τον είχε ρωτήσει σε μια συνέντευξη η Μαρία Ρεζάν για να λάβει της εξής ξεκάθαρη απάντηση: «Όχι, αν μου λέγατε να τα ξαναζήσω θα με μελαγχολούσε περισσότερο. Να αντιμετωπίσω τα ίδια λάθη και την ίδια άγνοια για μια ακόμη φορά; Δεν το θέλω. Ομολογώ ότι μ’ αρέσουν και τα λάθη μου. Δε μετανοώ ούτε για τα λάθη μου. Αλλά δε θα ΄θελα να τα ξανακάνω. Όπως δε μετανοώ για τις ωραίες στιγμές μου αλλά δε θα ήθελα να τις ξαναζώ. Με ενδιαφέρουν πολύ οι στιγμές που θέλω να ζήσω παρά αυτές που έζησα».

Σε εκείνη την ίδια συνέντευξη, εξάλλου, είχε σκιαγραφήσει και μια εναλλακτική μορφή αντίστασης, την οποία ο ίδιος υιοθέτησε όταν ήταν νέος:  « Ήταν η κλασική επανάσταση που κάνει ο νέος στο σπίτι του, αλλά βρίσκαμε μια νομιμοφάνεια για να την κάνουμε. Η αντίσταση ήταν μια νομιμοφανής ανταρσία απέναντι στο σπίτι μας. Το ξενύχτι αποκτούσε νομιμότητα, οι ερωτικές μας ιστορίες αποκτούσαν νομιμότητα, διότι όλα αυτά ήταν συνδεδεμένα με την αντίσταση.

Ίσως δεν αρέσει στους ανθρώπους η υπενθύμιση αυτή. Σε όλους τους ανθρώπους αρέσει πάρα πολύ να είναι ηρωικοί. Εγώ πιστεύω πως δεν υπάρχει μόνο ηρωισμός. Υπάρχουν πάρα πολλά κίνητρα σε μία ηρωική πράξη. Πολλές φορές κανένας γίνεται ήρωας γιατί αγαπάει μια κοπέλα και μετά οι άλλοι διστάζουν να το συνδυάσουν με την αγάπη προς την κοπέλα και αφήνουν μονάχα τον ηρωισμό σκέτο. Λοιπόν η Αντίσταση και η επιτυχία του να μαζέψει όλη τη νεότητα στους κόλπους της εκείνη την εποχή, δεν ήταν απλώς συνδεδεμένη με την αντίσταση απέναντι στους Γερμανούς. Ήταν συνδεδεμένη και με την κλασική ανταρσία του νέου απέναντι στο σπίτι του. Και ένας από αυτούς τους νέους ήμουνα κι εγώ».

Άλλη μία αναμφισβήτητα ηρωική πράξη του Χατζιδάκι, που αφορά στην τέχνη του τραγουδιού, εξάλλου, αποτέλεσε η περίφημη διάλεξη για το ρεμπέτικο, που έδωσε τον Ιανουάριο του 1949 στο θέατρο Τέχνης, σε μια εποχή που το μουσικό αυτό είδος βρισκόταν αντιμέτωπο με τις απαγορεύσεις της εξουσίας αλλά και την περιφρόνηση των διανοούμενων. Αν και μόλις 24 ετών, είχε αντιληφθεί την τεράστια δυναμική του ρεμπέτικου, την έντονη αλληλεπίδρασή του με την κοινωνία αλλά και τον σημαντικό ρόλο που πρόκειται να διαδραματίσει στο μέλλον όσον αφορά στην εξέλιξη του λαϊκού τραγουδιού. Είχε πει λοιπόν τότε απευθυνόμενος στους ηθικολόγους της εποχής: « Είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει».

Για να αναπτύξει στη συνέχεια τις κρυφά «όπλα» αυτού του τραγουδιού που το καθιστούσαν σημαντικό και αναντικατάστατο: «Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από ‘δω πηγάζει η θεματολογία του… Ο ζεϊμπέκικος είναι ο πιο καθαρός, συγχρόνως ελληνικός ρυθμός. Ο δε χασάπικος έχει αφομοιώσει μια καθαρή ελληνική ιδιομορφία. Πάνω σ’ αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνομε καθαρά απάνω την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του βυζαντινού μέλους … Και στη μελωδία και στα λόγια και στο χορό, δεν υπάρχει κανένα ξέσπασμα, καμιά σπασμωδικότητα, καμιά νευρικότητα. Δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει ή ζωή με την πιο πλατειά έννοια.

Ολα δίνονται λιτά, απέριττα με μια εσωτερική δύναμη που πολλές φορές συγκλονίζει. Μήπως αυτό δεν είναι το κύριο και μεγάλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή; Και ακόμα ολάκερο το λαμπρό μεγαλείο της αρχαίας τραγωδίας και όλων των αρχαίων μνημείων, δεν βασίζεται πάνω στην καθαρότητα, στη λιτή γραμμή και προπαντός στο απέραντο αυτό sostenuto που προϋποθέτει δύναμη, συνείδηση και πραγματικό περιεχόμενο;».

Ο Μάνος Χατζιδάκι ήταν από εκείνες τις περιπτώσεις καλλιτεχνών που αντιμετώπιζαν τη μουσική σφαιρικά, χωρίς διακρίσεις και στεγανά. Επέτρεπε στον εαυτό του να δοκιμάσει τα πάντα, από την μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο μέχρι τα κλασικά, ορχηστρικά έργα, από το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» μέχρι τις κινηματογραφικές επιτυχίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Ήταν όμως, παράλληλα, και ιδιαίτερα αυστηρός, πρώτα απ’ όλα με τον ίδιο του τον εαυτό, φέροντας βαρέως ότι έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο από «Τα παιδιά του Πειραιά». Όπως είχε εξομολογηθεί μάλιστα στον Βασίλη Βασιλικό, ένα βράδυ του 1961, στο Παρίσι, «αυτό το τραγούδι που χαλάει τον κόσμο, τον ενοχλούσε» και πως «ούτε Όσκαρ ήθελε, ούτε διεθνείς επιτυχίες, ούτε τίποτα»…!

Για εκείνον, βλέπετε, αξία είχε μόνον η ουσία της μουσικής, αυτή η μαγική δύναμη που μπορεί να μετατρέψει την τέχνη σε αληθινή, ουσιαστική επικοινωνία αφού βασίζεται σε γεγονότα και συναισθήματα απολύτως πραγματικά: « Στην εποχή μου τα τραγουδάκια που τραγούδαγε όλος ο κόσμος ήταν ηλίθια και εξακολουθούν να είναι ηλίθια φυσικά. Πάντα είναι ηλίθιο ένα κατασκεύασμα που προσαρμόζεται στις φωνητικές δυνατότητές μας. Το λαϊκό τραγούδι πρέπει να μας εκφράζει… Λοιπόν τα τραγουδάκια που τραγουδάει ο κόσμος είναι βιομηχανικά κατασκευάσματα. Η μουσική χρειάζεται 3 πράγματα. Τέχνη, τεχνική και βιώματα. Χωρίς αυτά δε γίνεται να γράψεις μουσική».

Ως προς τις πολιτικές του πεποιθήσεις ο Μάνος Χατζιδάκις επέλεγε από κάθε προσανατολισμό τα στοιχεία εκείνα που τον εξέφραζαν αποφεύγοντας μετά βδελυγμίας τις απόλυτες κομματικές ταυτίσεις. Αν και θεωρούνταν δεξιού πολιτικού προσανατολισμού ο ίδιος είχε επανειλημμένα καταγγείλει ιδεολογίες και πρακτικές που δεν του άρεσαν, μιλώντας μάλιστα πολύ νωρίς και ιδιαίτερα προφητικά για τους κινδύνους του ρατσισμού και του φασισμού: « Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια, αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.Όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις. Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών».

Αμέτρητα κείμενα, κριτικές, αφιερώματα, βιβλία έχουν γραφτεί για τον Μάνο Χατζιδάκι. Οι λέξεις ωστόσο αποδεικνύονται πάντα φτωχές για να περιγράψουν την μουσική ιδιοφυία του, την ευρύτητα της σκέψης και της διορατικότητάς του, την πολυμορφία του χαρακτήρα του, την απεραντοσύνη των ονείρων του. Αυτόν τον πολύπλοκο αλλά και τόσο μαγικό συνάμα κόσμο του τον οποίο ο ίδιος συνόψισε, αυτοβιογραφούμενος, ως εξής:  

«Α δ ι α φ ο ρ ώ… για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω… στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ... αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός» 

protothema.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ