«Κοκτέιλ» εξαθλίωσης: Ακρίβεια και ανεργία πλανώνται πάνω από την Κρήτη – 1 στους 5 φοβάται πως θα χάσει τη δουλειά του

Συρρίκνωση αγοραστικής δυναμικής, μη βιωσιμότητα και ένα διάχυτο αίσθημα απαισιοδοξίας είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ελληνική αγορά εργασίας.

Το Ινστιτούτο “Νίκος Πουλαντζάς” δημοσίευσε το τρίτο ετήσιο “κύμα” της έρευνας “Συνθήκες εργασίας στην Ελλάδα: Εμπειρίες και στάσεις γύρω από την αγορά εργασίας”, όπου στο κέντρο βάρους τέθηκε η μισθωτή εργασία, η οποία, όπως αποδεικνύεται, είναι “καταδικασμένη” να οδηγήσει στη φτωχοποίηση.

Η συγκεκριμένη έρευνα στη βάση των αριθμών και των στοιχείων που καταδεικνύει κάνει σαφές πως η δεσπόζουσα κοινωνική κρίση έχει διαμορφώσει αντίξοες συνθήκες για τους εργαζομένους.

Ειδικότερα, το Ινστιτούτο “Νίκος Πουλαντζάς” διεξήγαγε έρευνα σε συνεργασία με την Prorata, κατά την οποία παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στους εργαζόμενους που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν με τον μισθό τους, ενώ η ελληνική αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από έναν υψηλό και διάχυτο βαθμό επισφάλειας, κυρίως εντοπισμένο στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και πολύ περισσότερο τους εργαζόμενους/τις εργαζόμενες με μπλοκάκι.

Η επισφάλεια στις διάφορες εκδοχές με τις οποίες εκδηλώνεται (ανασφάλεια για τη θέση εργασίας, μειωμένη απασχόληση, άτυπη απασχόληση, χαμηλοί μισθοί και μισθολογικό χάσμα κ.λπ.) πλήττει κυρίως τις γυναίκες και τους νεότερης ηλικίας εργαζόμενους και εργαζόμενες, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι οι άλλες κατηγορίες εργαζομένων ζουν σε καθεστώς εργασιακής σταθερότητας και ασφάλειας. Παρ’ όλα αυτά, δε θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι πρόκειται για διαφορετικές εργασιακές πραγματικότητες: άνδρες έναντι γυναικών, νέοι έναντι μεγαλύτερων, μισθωτοί του Δημόσιου έναντι μισθωτών του ιδιωτικού τομέα.

Ενδεικτικά ευρήματα:

Ένας στους 5 ερωτώμενους δήλωσε ότι θεωρεί «πολύ» ή «αρκετά» πιθανό να χάσει την εργασία του τον επόμενο ένα χρόνο, ποσοστό που αγγίζει το 23% μεταξύ των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα.

Οι γυναίκες εργάζονται σε υπερδιπλάσιο ποσοστό από τους άνδρες (13,5% έναντι 5,3%) με μερική απασχόληση, ενώ είναι τετραπλάσιο το ποσοστό των γυναικών που αμείβονται με κάτω από 650 ευρώ (13,8% έναντι 3,6% των ανδρών).

Το ζήτημα του επιπέδου των μισθών – που είχαμε ήδη από το περσινό “κύμα” αναδείξει ως το κυρίαρχο πρόβλημα της ελληνικής αγοράς εργασίας – φέτος προσλαμβάνει πολύ σημαντικές διαστάσεις. Ο κίνδυνος κατακόρυφης αύξησης των εργαζόμενων φτωχών στη χώρα μας, οι οποίοι θα αδυνατούν να καλύψουν ακόμα και στοιχειώδεις ανάγκες τους, είναι περισσότερο από ορατός.

Ήδη στην έρευνα αποτυπώνεται ξεκάθαρα η αδυναμία ενός ανησυχητικά μεγάλου μέρους εργαζομένων – ακόμα και όσων έχουν σταθερή απασχόληση – να καλύψουν τις ανάγκες του νοικοκυριού τους, ενώ επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι οι βασικές ανελαστικές δαπάνες (στέγη, τροφή, λογαριασμοί ενέργειας κ.λπ.) τείνουν να εξαντλούν – αν όχι να υπερβαίνουν – το ύψος του εισοδήματος των πολιτών από την εργασία τους.

Την ίδια στιγμή, η κατάσταση αυτή επιτείνει και τα αισθήματα απογοήτευσης/μη ικανοποίησης από την εργασία, καθώς το ζήτημα της επιβίωσης διαπλέκεται με αυτό της αναγνώρισης.

Δε φτάνει ούτε για τα βασικά

Μια σημαντική παρατήρηση που αξίζει να τονιστεί είναι πως, σύμφωνα με την έρευνα, το 72% των εργαζομένων δηλώνει ότι το εισόδημα από την εργασία του δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του χωρίς άλλους πόρους, έναντι 60,4% στην περσινή έρευνα του 2021. Το ποσοστό αυτό φτάνει το 83,9% στις γυναίκες, αλλά και το 81,9% στους μισθωτούς του δημόσιου τομέα.

Σε αυτήν την παρατήρηση, ο πρόεδρος του Νομαρχιακού Τμήματος της ΑΔΕΔΥ Γρηγόρης Κοκοβάκης υποστήριξε: «Είναι μια πραγματικότητα. Το έχει επισημάνει και η έκθεση της ΑΔΕΔΥ. Μια οικογένεια για να ζει αξιοπρεπώς πρέπει να βγάζει ως νοικοκυριό μηνιαίο εισόδημα της τάξης των 2.500-3.000 ευρώ. Κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Οι μισθοί είναι αρκετά χαμηλοί και σε συνδυασμό με την ενεργειακή κρίση και την αύξηση της τιμής των προϊόντων, το μείγμα είναι εκρηκτικό. Η κυβέρνηση οφείλει να αυξήσει τους μισθούς».

Σε άλλα ευρήματα εντοπίζεται πως:

Η συντριπτική πλειοψηφία καλύπτει κατά προτεραιότητα δαπάνες τροφής, στέγασης και λογαριασμών ενέργειας, τηλεπικοινωνιών κ.λπ., ενώ ως απόλυτη προτεραιότητα ιεραρχούνται οι δαπάνες για τη στέγαση από το 39%.

Για την πλειοψηφία των εργαζομένων, οι τρεις πλέον σημαντικές/ανελαστικές δαπάνες απορροφούν ένα πολύ μεγάλο μέρος του μισθού/του εισοδήματος από την εργασία τους: το 49,3% δίνει πάνω από 20% του εισοδήματός τους από την εργασία για τη στέγαση (εκ των οποίων το 11,5% δίνει πάνω από το 40%), το 65,9% δίνει πάνω από 20% για την πληρωμή λογαριασμών ΔΕΗ, ίντερνετ κ.λπ. (εκ των οποίων 7,9% πάνω από το 40%) και το 87,5% δίνει πάνω από 20% για δαπάνες διατροφής (εκ των οποίων το 20,1% δίνει πάνω από το 40%).

Περισσότεροι από τους μισούς (53%) εργαζόμενους δεν αναμένουν έστω και μικρή μισθολογική αύξηση μέσα στα επόμενα 5 χρόνια, παρόλο που το σύνολο των ερωτώμενων αναγνωρίζει ότι οι μισθοί στην Ελλάδα είναι χαμηλοί και θεωρεί ότι πρέπει να αυξηθούν.
Ένας στους 5 ερωτώμενους δήλωσε ότι θεωρεί «πολύ» ή «αρκετά» πιθανό να χάσει την εργασία του τον επόμενο ένα χρόνο, ποσοστό που αγγίζει το 23% μεταξύ των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα.

Η δυσαρέσκεια και η απαισιοδοξία ως προς την αγορά εργασίας είναι διάχυτη. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι και εργαζόμενες σήμερα στη χώρα αισθάνονται ότι αδικούνται και ότι προστατεύονται περισσότερο οι εργοδότες, ενώ πιστεύουν ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας σήμερα είναι χειρότερη απ’ ό,τι πριν τρία χρόνια. Και, το χειρότερο, πολύ μικρό είναι το ποσοστό εκείνων που προσδοκούν ή προβλέπουν κάποια βελτίωση τα επόμενα τρία χρόνια.

Έλεγχοι… ούτε για δείγμα

Είναι άξιο αναφοράς πως η συγκεκριμένη έρευνα καταδεικνύει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων θεωρεί πως τα συμφέροντα των εργοδοτών προστατεύονται καλύτερα. Συγκεκριμένα, περίπου 8 στους 10 εργαζόμενους (78,5%) θεωρούν ότι στην Ελλάδα προστατεύονται περισσότερο τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εργοδοτών σε βάρος των εργαζομένων.

Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου Μανόλης Πεπόνης έκανε σαφές πως για την άποψη που έχει η μεγάλη πλειοψηφία οφείλεται στο νομικό πλαίσιο που ενισχύει τους εργοδότες.

«Θεωρώ πως και την περίοδο των μνημονίων όσο και την περίοδο της υγειονομικής κρίσης οι εργαζόμενοι ήταν το εύκολο θύμα της κρίσης. Όπως έχουν διαμορφωθεί οι νόμοι, τίθενται υπέρ των εργοδοτών. Δεν εκπλήσσομαι ιδιαίτερα. Και βλέπουμε δυστυχώς πόσο αποδυναμώνεται η προστασία των εργαζομένων. Έχει αποψιλωθεί εντελώς ο μηχανισμός. Η Επιθεώρηση Εργασίας είναι υποστελεχωμένη και τα ελεγκτικά κλιμάκια του ΙΚΑ που υπήρχαν κάποτε δεν υπάρχουν πλέον», είπε ο κ. Πεπόνης.

Επισημαίνεται ακόμη πως:

Το 73,1% θεωρεί ότι για να αλλάξει αυτό και να προστατευτούν καλύτερα οι εργαζόμενοι απαιτείται αυστηρός έλεγχος των εργοδοτών για την τήρηση της νομοθεσίας, ενώ το 71,7% προσβλέπει περισσότερο σε νομοθετικές παρεμβάσεις από το κράτος έναντι 23,1%, που θεωρεί αποτελεσματικότερες τις συλλογικές συνδικαλιστικές διεκδικήσεις.

Το 54,3% θεωρεί ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας σήμερα σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα των εργαζομένων είναι χειρότερη σε σύγκριση με πριν 3 χρόνια, ενώ το 51,3% θεωρεί ότι αυτή θα χειροτερέψει περαιτέρω στα επόμενα τρία χρόνια.

Στο παραπάνω πλαίσιο, η σημερινή κυβέρνηση αξιολογείται αρνητικά στις επιδόσεις της σε όλες τις πλευρές της εργασιακής πολιτικής, και κυρίως στο ζήτημα της προστασίας και στήριξης του εισοδήματος των εργαζομένων και της εξασφάλισης αξιοπρεπών αμοιβών, το οποίο ιεραρχείται εύλογα από τη συντριπτική πλειοψηφία ως το πιο σημαντικό και επείγον θέμα.

Ενδεικτικά ευρήματα:

Σε όλους τους τομείς – καταπολέμηση ανεργίας (60,2%), κατοχύρωση συνδικαλιστικών ελευθεριών (62,4%), προστασία από απολύσεις (69,8%) – η σημερινή κυβέρνηση αξιολογείται αρνητικά από την πλειοψηφία των εργαζομένων.

Το χειρότερο για την κυβέρνηση ποσοστό αφορά τις επιδόσεις της στην προστασία και ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων, στην οποία αξιολογείται αρνητικά από το 71,9% των ερωτώμενων. Είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, αφού την ίδια στιγμή το 67,6% θεωρεί το θέμα αυτό απόλυτη προτεραιότητα για την κυβερνητική πολιτική στον τομέα της εργασίας σήμερα.

Η παραπάνω συνθήκη – ο συνδυασμός δηλαδή πολύ χαμηλών αμοιβών που δεν ανταποκρίνονται ούτε στις στοιχειώδεις ανάγκες των νοικοκυριών των εργαζομένων, με άλλα αρνητικά φαινόμενα που καταγράφονται στις επίσημες στατιστικές και έχουν αποτυπωθεί και στα προηγούμενα “κύματα” της έρευνάς μας, όπως π.χ. ο εργάσιμος χρόνος, τα φαινόμενα εργοδοτικής αυθαιρεσίας κ.λπ. – φαίνεται ότι διαμορφώνει και στη χώρα μας το υπόστρωμα ενός κύματος “μεγάλης παραίτησης”.

“Καλπάζει” η “μαύρη” εργασία

Ο γενικός γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου Νεκτάριος Μωυσάκης, σχολιάζοντας το αρνητικό πρόσημο της κυβέρνησης από τους εργαζομένους, είπε: «Η κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι πολεμάει τους εργαζομένους με το νομοσχέδιο Χατζηδάκη. Δεν έχει ακόμα απαντήσει η κυβέρνηση γιατί έκανε την Επιθεώρηση Εργασίας Ανεξάρτητη Αρχή. Η δυσαρέσκεια είναι μεγάλη, ενώ επίσης τα προβλήματα είναι πολλά. Η “μαύρη” εργασία “καλπάζει” και γενικότερα ο εργαζόμενος βρίσκεται σε δύσκολη θέση».

Μεταξύ άλλων, στην έρευνα υποστηρίχθηκε στη βάση των ερωτώμενων πως μόνο 1 στους 4 (24,4%) δήλωσε ότι δε θα παραιτούταν από τη δουλειά του στις σημερινές συνθήκες, με τον κ. Μωυσάκη να απαντάει: «Το γεγονός ότι υπάρχουν ελλείψεις σε εργασιακά χέρια αποδεικνύει πως η Πολιτεία δεν έχει μεριμνήσει. Τη δεδομένη στιγμή δεν υπάρχουν κίνητρα. Υπερεντατικοποίηση εργασίας και χαμηλοί μισθοί έχουν εξοντώσει ψυχολογικά τους εργαζομένους».

Αντίθετα, ένα μεγάλο ποσοστό δηλώνει ότι θα εξέταζε το ενδεχόμενο να παραιτηθεί από τη δουλειά του, ακόμα και χωρίς να έχει βρει άλλη, για οικονομικούς λόγους (42,3%), και ειδικότερα είτε στην περίπτωση που το εισόδημά του από αυτή ήταν τόσο χαμηλό (31,6%), είτε αντίστροφα το κόστος που συνεπάγεται η συγκεκριμένη εργασία (π.χ. συγκεκριμένος τόπος διαμονής) ήταν τόσο υψηλό (10,7%), ώστε και στις δύο περιπτώσεις να είναι ασύμφορο να συνεχίσει να απασχολείται σε αυτή.

Επίσης, αρκετά σημαντικό είναι το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι θα παραιτούνταν προκειμένου να αποφύγουν ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον (14,1%), αλλά και όσων θα παραιτούνταν λόγω εξαντλητικών ωραρίων (10,2%), στοιχείο ενδεικτικό του ότι ένα σημαντικό πλέον τμήμα των εργαζομένων αναζητά και ποιότητα στην εργασία του.

Εργαζόμενοι… αλλά φτωχοί!

Το ρητό “δουλεύω για να ζήσω” παύει να υπάρχει στη βάση της συγκεκριμένης έρευνας, όπως υποστήριξε η διευθύντρια του Ινστιτούτου “Νίκος Πουλαντζάς”, Δανάη Κολτσίδα, στον 98,4 και τον Γιώργο Σαχίνη. Όπως είπε, φαίνεται πλέον και με στοιχεία πως ο εργαζόμενος δε βγάζει τα προς το ζην, ενώ η κοινωνική κρίση δε γνωρίζει συγκεκριμένες εργασιακές ομάδες. Αλλά περιλαμβάνει συνολικά τους εργαζόμενους που βρίσκονται σε σχέση εξαρτημένης εργασίας είτε από το Δημόσιο είτε από ιδιώτη.

Ειδικότερα, ο δημοσιογράφος Γιώργος Σαχίνης, ρωτώντας την κ. Κολτσίδα ποιο είναι το βασικό συμπέρασμα της έρευνας, υποστήριξε πως «η όποια ανάκαμψη φάνηκε να επιτυγχάνεται στην αγορά εργασίας μετά το τέλος του 2021, όπου ξεκίνησε να λειτουργεί η αγορά, η ανάκαμψη προσέκρουσε στην ακρίβεια και στην κρίση του κόστους ζωής. Ουσιαστικά, έχουμε μια πολύ μεγάλη μερίδα εργαζόμενων φτωχών. Η λογική της εργασίας είναι να εξασφαλίζει ο εργαζόμενος τα προς το ζην. Αυτός είναι ο πυρήνας για ποιο λόγο πρέπει να δουλέψει κάποιος. Αυτή τη στιγμή αμφισβητείται η λογική αυτή ακόμη και στον στενό κύκλο των εργαζομένων, που βρίσκονταν σε μια ασφαλή θέση».

Η ίδια υπογράμμισε πως «πάνω από το 70% των ερωτώμενων ιδιωτών απάντησαν πως δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους χωρίς άλλα εισοδήματα. Και αυτό δεν αφορά εργαζόμενους που δουλεύουν σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, δηλαδή 4ωρο. Αλλά αφορά και τον στενό πυρήνα των δημοσίων υπαλλήλων, δηλαδή εκείνους που θεωρεί η ελληνική κοινωνία ότι “δεν πεινάνε”. Και στους δημοσίους υπαλλήλους, ένα ποσοστό της τάξης του 80% δεν τα βγάζει πέρα. Δε μιλάμε για ειδική κατηγορία εργαζομένων, αλλά για το συνολικό εργασιακό δυναμικό».

«Οι εργαζόμενοι επίσης θεωρούν πως η αγορά εργασίας είναι εγγενώς άδικη, δηλαδή θεωρούν πως τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εργοδοτών προστατεύονται καλύτερα από τα δικά τους. Πάνω από τους μισούς εργαζόμενους θεωρούν πως η κατάσταση της αγοράς εργασίας έχει χειροτερέψει την τελευταία τριετία και αντίστοιχα πάνω από τους μισούς θεωρούν πως η κατάσταση θα χειροτερέψει περαιτέρω την επόμενη τριετία», σημείωσε.

«Δε ζουν οι άνθρωποι πια με τον μισθό τους. Δεν ισχύει η ρήση πως “δουλεύω για να ζήσω”. Τα πράγματα είναι χειρότερα σε σχέση με προηγούμενα χρόνια εάν δε ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα», υποστήριξε, ενώ κατέληξε τονίζοντας: «Η λύση είναι να προταχθεί αφενός ένα μοντέλο εργασιακό που θα περιλαμβάνει εργασία, σταθερότητα και αφετέρου συγκεκριμένα μέτρα για αύξηση μισθών και επαναφορά συλλογικών συμβάσεων».

neakriti.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΜε λιγότερα λαμπάκια τα φετινά Χριστούγεννα στον Δήμο Χανίων
Επόμενο άρθροΚαλάθι νοικοκυριού: Τι δείχνει το «crash test» στις τιμές 816 προϊόντων

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ