Τι δείχνει νέα μελέτη για τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας – Πού υπάρχουν ελλείψεις
Δομικές και διαχρονικές αδυναμίες, παράλληλα με ένα πολύ σημαντικό έργο σε κοινωνικό επίπεδο καταγράφει η μελέτη του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) για τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, επιχειρώντας μία πρώτη αποτύπωση της εικόνας των σχολείων αυτών στην Ελλάδα.
Πιο συγκεκριμένα, από τη μελέτη καταδεικνύεται ότι οι σημαντικότερες ελλείψεις που εντοπίζονται αφορούν σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό, ενώ οι βασικές αδυναμίες αφορούν σε θέματα επιμόρφωσης και παιδαγωγικής στήριξης.
Αναλυτικότερα, με έτος αναφοράς το 2021, ενώ η συντριπτική πλειονότητα (94,9%) των μονάδων διέθεταν αίθουσα εργαστηρίων, οι μισές (55,6%) διέθεταν αίθουσα πολλαπλών χρήσεων και μόλις το 24,2% εξ αυτών διέθεταν βιβλιοθήκη.
Επιπλέον, στο σύνολο του διδακτικού προσωπικού που απασχολείται στα ΣΔΕ, το 72,1% των εκπαιδευτών είναι ωρομίσθιοι, ενώ το ποσοστό του προσωπικό που δεν είναι εκπαιδευτικοί, αγγίζει μεν το 12,7%, ωστόσο παρουσιάζει τάση μείωσης, κάτι που σύμφωνα με τους ερευνητές θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω το πώς επηρεάζει την καθημερινότητα των ΣΔΕ.
Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το ότι στη μελέτη καταγράφεται αυξητική τάση της αναλογίας αλλοδαπών στο σύνολο του μαθητικού πληθυσμού των ΣΔΕ: Συνολικά, το 20,9% του μαθητικού πληθυσμού είναι αλλοδαποί (σχολικό έτος 2020-21), με τα υψηλότερα ποσοστά να εμφανίζονται στο Νότιο Αιγαίο (53,3%) και τη Θεσσαλία (43%) και τα χαμηλότερα στη Δυτική Ελλάδα (8,7%) και την Ανατ. Μακεδονία και Θράκη (6,8%).
Επιπλέον, σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, το 87,7% των αλλοδαπών που μαθητεύουν στα ΣΔΕ προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης αναφορικά με τα παραπάνω, είναι ότι «διαφαίνεται ότι ο θεσμός των ΣΔΕ λειτουργεί ως έναν βαθμό και ως μέσο ελληνομάθειας».
Όσον αφορά στη συμμετοχή των γυναικών στα ΣΔΕ, εκείνη παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις μεταξύ των περιφερειών της Ελλάδας, με το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής των γυναικών εμφανίζεται στο Νότιο Αιγαίο (56,8%) και το μικρότερο στη Στερεά Ελλάδα (32,3%). Αξιοσημείωτη, επίσης, είναι η δέσμευση των γυναικών μαθητριών στον θεσμό, καθώς μόλις μία στις 10 εγκαταλείπει πρόωρα τη φοίτησή της.
Γενικότερα, σχετικά με την επίδοση του μαθητικού πληθυσμού των ΣΔΕ, στη μελέτη καταγράφονται υψηλά ποσοστά προαγωγής από τον Α’ στον Β’ κύκλο φοίτησης (77%), αλλά και απόλυσης (81%).
Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, τα ποσοστά ολοκλήρωσης «φανερώνουν ξεκάθαρα τη διάθεση των ατόμων που φοιτούν στα ΣΔΕ να αποκτήσουν το πολύτιμο απολυτήριο» και η διάθεση αυτή αποτελεί «έναν ακόμα σημαντικό λόγο ώστε να ανοίξει η συζήτηση για περαιτέρω επέκταση του θεσμού».
Αξίζει να αναφερθεί, ότι ο μέσος όρος ηλικίας του μαθητικού πληθυσμού των ΣΔΕ είναι τα 42 έτη (44 έτη για τις γυναίκες, 40 για τους άνδρες).
«Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα και στα καταστήματα κράτησης, παρέχουν για περισσότερο από δύο δεκαετίες σημαντικό εκπαιδευτικό και κοινωνικό έργο», σχολίασε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Χρήστος Γούλας, Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) και του ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ.
Όπως επεσήμανε, τα ΣΔΕ, μέσω της εκπαίδευσης ενηλίκων «καλλιεργούν το μήνυμα μιας ανθρωποκεντρικής κοινωνίας συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού και κοινωνικού αποκλεισμού».
«Αναμφίβολα, η πολύπλευρη στήριξη του θεσμού, οφείλει να συνδεθεί με τη διαρκή υποστήριξη του ανθρώπινου δυναμικού, την ενίσχυση των υποδομών και του εξοπλισμού, την επέκταση του δικτύου των ΣΔΕ και την προσέγγιση νέων πληθυσμών, τη λειτουργική διασύνδεσή τους με Επαγγελματικές Σχολές Κατάρτισης, την περαιτέρω ανάπτυξη των υπηρεσιών συμβουλευτικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης των εκπαιδευομένων», τόνισε.
«Η μελέτη επιχειρεί να συνδέσει την εκπαιδευτική και κοινωνική έρευνα με την εφαρμοσμένη εκπαιδευτική πολιτική.
Η αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης αλλά και η κριτική διερεύνηση των ορίων και δυνατοτήτων αυτού του – τόσο σημαντικού – θεσμού, συμβάλλουν ευθέως στη διαμόρφωση ορθολογικών στρατηγικών στο πεδίο των αποφάσεων, ενδυναμώνοντας και ενισχύοντας περαιτέρω τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας», δήλωσε από την πλευρά του ο Νίκος Φωτόπουλος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και Επιστημονικός Διευθυντής του ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ.
Λίγα ακόμη λόγια για τα ΣΔΕ
Τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ) Ιδρύθηκαν το 1997 (ν.2597/1997) και λειτούργησαν για πρώτη φορά το 2000. Είναι δημόσιοι φορείς γενικής τυπικής εκπαίδευσης ενηλίκων και χορηγούν τίτλο σπουδών ισότιμο με το απολυτήριο γυμνασίου.
Υπάγονται στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, το οποίο, διά της Γενικής Γραμματείας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Διά Βίου Μάθησης, διαμορφώνει το εκπαιδευτικό πλαίσιό τους και έχει την εποπτεία της λειτουργίας τους.
Απευθύνονται σε ενήλικους πολίτες (από 18 ετών και άνω), οι οποίοι δεν έχουν ολοκληρώσει την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση.
Η διάρκεια φοίτησης είναι 2 σχολικά έτη και το πρόγραμμα σπουδών δεν είναι αυστηρά καθορισμένο αλλά ευέλικτο και αφορά μεταξύ άλλων, στην ελληνική γλώσσα, τα μαθηματικά, την κοινωνική εκπαίδευση, την πληροφορική, τον προσανατολισμό σε θέματα επαγγελματικής σταδιοδρομίας κ.α..
Στόχος των ΣΔΕ είναι μεταξύ άλλων η απόκτηση σύγχρονων γνώσεων που θα συμβάλλουν στην οικονομική και κοινωνική εξέλιξη των εκπαιδευομένων, την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης τους και η ένταξη και βελτίωση της θέσης τους στην εργασία.
Στην Ελλάδα, σε όλη την επικράτεια, λειτουργούν 80 Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, τα 12 εκ των οποίων σε καταστήματα κράτησης.
Πηγή: protothema.gr






