Συντάξεις χηρείας: Ποιοι γλιτώνουν τις περικοπές και τι αλλάζει με τη νέα κυβερνητική ρύθμιση
Η κυβέρνηση εξετάζει συνολικότερη παρέμβαση στο καθεστώς
Οριστικό φρένο σε νέες περικοπές στις συντάξεις χηρείας επιχειρεί να βάλει η κυβέρνηση, με το υπουργείο Εργασίας να προετοιμάζει νομοθετική παρέμβαση που αναμένεται να δώσει λύση σε ένα ζήτημα το οποίο παραμένει ανοιχτό εδώ και χρόνια και αφορά δεκάδες χιλιάδες συνταξιούχους.
Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν ταυτόχρονα σύνταξη χηρείας και δεύτερη σύνταξη από δικό τους δικαίωμα, είτε λόγω γήρατος είτε λόγω εργασίας. Πρόκειται για μια κατηγορία ασφαλισμένων που βρέθηκε αντιμέτωπη με τον κίνδυνο σημαντικών μειώσεων εξαιτίας των προβλέψεων του νόμου Κατρούγκαλου.
Η υφυπουργός Εργασίας, Άννα Ευθυμίου, ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να προχωρήσει στην εφαρμογή της απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου που προβλέπει περικοπή μίας εκ των δύο εθνικών συντάξεων σε περιπτώσεις συρροής συντάξεων.
Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύεται από την αγορά και τους συνταξιουχικούς φορείς ως σαφές μήνυμα ότι το υπουργείο Εργασίας επιδιώκει να αποφύγει νέες μειώσεις σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής συνεχίζει να πιέζει τα εισοδήματα των νοικοκυριών.
Παράλληλα, η κυβέρνηση εξετάζει συνολικότερη παρέμβαση στο καθεστώς των συντάξεων χηρείας, επιδιώκοντας να κλείσει οριστικά ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει μεγάλη ανασφάλεια στους δικαιούχους. Το βασικό πρόβλημα αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου Κατρούγκαλου για όσους λαμβάνουν σύνταξη χηρείας και παράλληλα εργάζονται ή παίρνουν και δεύτερη σύνταξη.
Με βάση τον νόμο 4387/2016, η σύνταξη χηρείας θα έπρεπε μετά την πάροδο τριών ετών να μειώνεται σημαντικά όταν ο δικαιούχος είχε και δεύτερο εισόδημα από σύνταξη ή εργασία. Αρχικά, η σύνταξη χηρείας περιοριζόταν στο 50% της σύνταξης του θανόντος και στη συνέχεια μπορούσε να μειωθεί ακόμη περισσότερο.
Το πλαίσιο αυτό τροποποιήθηκε το 2020 με τον νόμο Βρούτση, ο οποίος αύξησε το ποσοστό της σύνταξης χηρείας από το 50% στο 70%. Ωστόσο, δεν καταργήθηκαν οι διατάξεις που προέβλεπαν μειώσεις μετά την τριετία σε περίπτωση δεύτερης σύνταξης ή απασχόλησης.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο μεγάλων περικοπών για χιλιάδες δικαιούχους, καθώς η σύνταξη χηρείας μπορούσε να υποχωρήσει από το 70% στο 35% της σύνταξης του θανόντος.
Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή του μέτρου δεν ήταν ενιαία. Οι περικοπές εφαρμόστηκαν κυρίως σε συνταξιούχους που προέρχονταν από το Δημόσιο και τον πρώην ΟΓΑ, ενώ στον ιδιωτικό τομέα οι συντάξεις χηρείας συνέχισαν να καταβάλλονται χωρίς μείωση.
Αυτή η διαφορετική αντιμετώπιση δημιούργησε σοβαρές στρεβλώσεις αλλά και τον κίνδυνο να ζητηθούν αναδρομικά ποσά από συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα για χρήματα που έλαβαν τα προηγούμενα χρόνια χωρίς να έχει εφαρμοστεί η σχετική διάταξη.
Το σενάριο αυτό προκάλεσε έντονη ανησυχία, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις τα ποσά που θα μπορούσαν να αναζητηθούν φτάνουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα λόγω της πολυετούς καθυστέρησης εφαρμογής του νόμου.
Η λύση που επεξεργάζεται το υπουργείο Εργασίας φαίνεται πως απομακρύνει αυτόν τον κίνδυνο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η νέα ρύθμιση θα προβλέπει ότι δεν θα αναζητηθούν αναδρομικά από συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα για το διάστημα κατά το οποίο οι περικοπές δεν εφαρμόστηκαν.
Παράλληλα, το επικρατέστερο σενάριο προβλέπει διατήρηση της σύνταξης χηρείας στο 70% της σύνταξης του θανόντος και όχι επαναφορά στο 35%, όπως προέβλεπαν οι διατάξεις του νόμου μετά την τριετία.
Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η διατήρηση και των δύο εθνικών συντάξεων για όσους λαμβάνουν σύνταξη γήρατος και σύνταξη χηρείας, ώστε να αποφευχθούν νέες απώλειες εισοδήματος για τους συνταξιούχους.
Οι περικοπές αναμένεται να περιοριστούν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις, όπως όταν κάποιος λαμβάνει περισσότερες από δύο συντάξεις από ίδιο δικαίωμα μαζί με σύνταξη χηρείας.
Το οικονομικό επιτελείο και το υπουργείο Εργασίας επιχειρούν με τη νέα παρέμβαση να ισορροπήσουν ανάμεσα στις δημοσιονομικές αντοχές και στην ανάγκη κοινωνικής προστασίας χιλιάδων δικαιούχων, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε καθεστώς αβεβαιότητας για το ύψος των αποδοχών τους.
Οι τελικές αποφάσεις αναμένονται το επόμενο διάστημα, με τη ρύθμιση να θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη τόσο για τους συνταξιούχους όσο και για την αποφυγή νέου κύματος κοινωνικών και πολιτικών αντιδράσεων.






