Καλές σπουδές για ευκαιριακές εργασίες – Το προφίλ και οι αγωνίες των εργαζομένων στην έρευνα Alco – ΓΣΕΕ
Τέσσερις στους 10 εργαζομένους δηλώνουν ότι οι σπουδές τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με τη δουλειά τους.
Για αλλού ξεκινούν ο νέοι με το Πανεπιστήμιο και για αλλού η (εργασιακή) ζωή τους πάει…
Η Ελλάδα δεν «παράγει» υψηλού κύρους και εξειδίκευσης θέσεις εργασίας και οι νέοι μεταναστεύουν. Και όσοι χρειάζονται επειγόντως εργασία, συνήθως οι ανάγκες βιοπορισμού τους οδηγούν σε… ευκαιριακές θέσεις εργασίας.
Η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων ζητά επιμόρφωση πάνω σε ψηφιακές δεξιότητες…
Τέσσερις στους δέκα εργαζομένους, σύμφωνα με έρευνα μεταξύ 6.000 εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα που διενήργησε η Alco για λογαριασμό του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, δηλώνουν ότι το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων τους σχετίζεται λίγο ή καθόλου με την τρέχουσα εργασία τους.
Απόκλιση στα προσόντα
Η απόκλιση μεταξύ τυπικών προσόντων και απασχόλησης είναι πιο έντονη μεταξύ των εργαζομένων σε ευκαιριακές δουλειές. Άρα η πίεση για βιοπορισμό οδηγεί σε ετεροαπασχόληση και σε εργασία-λάστιχο.
Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους με εκ περιτροπής απασχόληση, ποσοστό 72,9%, δηλώνουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους, όπως και το 66,2% των εργαζομένων σε μερική απασχόληση.
Η εικόνα δείχνει ότι όσο πιο ασταθής ή περιορισμένη είναι η μορφή απασχόλησης, τόσο ασθενέστερη εμφανίζεται η αξιοποίηση των σπουδών και των προσόντων στην πραγματική εργασία.
Η απασχόληση στον τομέα ενδιαφέροντος/σπουδών μοιάζει επωφελής και για τους δύο (εργαζομένους-επιχειρήσεις). Καθώς η σχέση σπουδών και εργασίας συνδέεται σε υψηλό βαθμό με την ανταπόκριση των εργαζομένων στα καθήκοντά τους.
Όσο μεγαλύτερη είναι η σύνδεση των σπουδών ή των προσόντων των εργαζομένων με την εργασία τους τόσο μεγαλύτερη ανταπόκριση έχουν στα καθήκοντά τους. Μεταξύ των εργαζομένων που δηλώνουν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα καθήκοντά τους, περισσότεροι από τους μισούς (55,4%) αναφέρουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους είναι πολύ ή πάρα πολύ σχετικά με την εργασία τους.
Αντίθετα, μεταξύ όσων δηλώνουν μικρό βαθμό ανταπόκρισης, εννέα στους δέκα (90,1%) δηλώνουν ότι οι σπουδές τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους.
Για τους εργαζομένους που δηλώνουν ότι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση τους, οι αιτίες συνδέονται κυρίως με περιορισμούς της αγοράς εργασίας. Σχεδόν τέσσερις στους δέκα (39%) αναφέρουν ότι ενδιαφέρονταν να βρουν άμεσα δουλειά, ακόμη και αν τα προσόντα τους ήταν περισσότερα από αυτά που απαιτούσε η θέση.
Περίπου δύο στους δέκα (20,8%) επέλεξαν τη θέση για λόγους εργασιακής σταθερότητας, ενώ αντίστοιχο ποσοστό (20,4%) δηλώνει ότι οι θέσεις στον τομέα εξειδίκευσής του είναι περιορισμένες.
Έλλειψη εμπειρίας στην εργασία
Για την ομάδα εργαζομένων που δηλώνει ότι οι δεξιότητές της είναι χαμηλότερες από αυτές που απαιτεί η θέση εργασίας, ο βασικός παράγοντας είναι η περιορισμένη εργασιακή εμπειρία. Σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 47,9%, αποδίδει εκεί την αναντιστοιχία.
Σχεδόν δύο στους δέκα (18,3%) αναφέρουν την έλλειψη κατάλληλων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, ενώ περίπου ένας στους δέκα (10,8%) συνδέει το πρόβλημα με τις τεχνολογικές μεταβολές που κάνουν την εργασία πιο απαιτητική.
Όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να επιλέξουν ποιες δεξιότητες θα ήθελαν περισσότερο να βελτιώσουν, σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 48,6%, αναδεικνύει τις ψηφιακές δεξιότητες ως πρώτη προτεραιότητα.
Ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες, με 27,9%, οι γνωστικές δεξιότητες, με 24,2%, οι διοικητικές και οργανωτικές δεξιότητες, με 21,4%, και οι τεχνικές δεξιότητες, με 20,6%.
Η εικόνα δείχνει ότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων όχι μόνο τεχνικά, αλλά και οργανωτικά, γνωστικά και κοινωνικά.
Παρά την έντονη δημόσια συζήτηση για την τεχνολογική αλλαγή, την τεχνητή νοημοσύνη και τις νέες απαιτήσεις της εργασίας, μόνο περίπου ένας στους τέσσερις εργαζομένους, ποσοστό 24,1%, θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό να καταστούν παρωχημένες ορισμένες από τις δεξιότητες που συνδέονται με το επάγγελμά του μέσα στην επόμενη πενταετία. Αντίθετα, σχεδόν ένας στους δύο, 46,6%, θεωρεί μια τέτοια εξέλιξη λίγο ή καθόλου πιθανή.
Το εύρημα δείχνει ότι η αίσθηση επείγουσας τεχνολογικής απαξίωσης των δεξιοτήτων δεν είναι ακόμη γενικευμένη στους εργαζομένους.






