Χανιά | Στάθης Γκότσης: Τα μουσεία δεν είναι χώροι που φέρνουν κέρδη – είναι φορείς μνήμης των ανθρώπων
Τα μουσεία δεν είναι χώροι που φέρνουν κέρδη – είναι φορείς μνήμης των ανθρώπων και αφηγούνται ιστορίες που γεφυρώνουν το παρελθόν με το παρόν των τοπικών κοινωνιών, ανέφερε στο ZARPA RADIO 89,6, ο Στάθης Γκότσης, συγγραφέας, ιστορικός ο οποίος υπηρέτησε για περισσότερα από 30 χρόνια στο υπουργείο Πολιτισμού, με κύριο τομέα απασχόλησης τη μουσειακή εκπαίδευση και σήμερα το απόγευμα παρουσιάζει στα Χανιά το βιβλίο του «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία». Η εκδήλωση θα πραγµατοποιηθεί στις 19:00στο Κέντρο Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου (ΚΑΜ), στο Μεγάλο Αρσενάλι. Την εκδήλωση διοργανώνουν οι Εκδόσεις Τόπος, η ΕΛΜΕ Χανίων και η Κοιν.Σ.επ. Terra Verde.
Όπως εξήγησε ο κ. Γκότσης, αναφερόμενος στο κίνητρο της συγγραφής, σκοπός του βιβλίου είναι, ” κυρίως, να ξανανοίξει τη συζήτηση για τον εκπαιδευτικό και τον κοινωνικό ρόλο των μουσείων. Τα τελευταία χρόνια έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε τα μουσεία ως χώρους που φέρνουν κέρδη, ως χώρους δηλαδή που συνδέονται με την οικονομική ανάπτυξη, τον τουρισμό κ.λπ. Αυτή είναι και μια κατεύθυνση που δίνεται τόσο από την κυβέρνηση όσο και από ευρωπαϊκά προγράμματα και πολιτικές.
Ξεχνάμε, όμως, τον ουσιαστικό ρόλο των μουσείων: να θυμίζουν, να λειτουργούν δηλαδή ως φορείς μνήμης των ανθρώπων και των τοπικών κοινωνιών, και να αφηγούνται ιστορίες — αν θέλουμε πραγματικά να τις ακούσουμε. Ιστορίες που γεννιούνται μέσα από τα ερωτήματα που θέτουν οι άνθρωποι για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα, θα έλεγα.
Γιατί τα μουσεία δεν λένε μόνο ιστορίες για το παρελθόν. Λένε ιστορίες που φτάνουν στο σήμερα και επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων, την ταυτότητά τους, τις σκέψεις τους, την αντίληψη που έχουν για τα πράγματα, για τα υλικά, για το παρελθόν, για τον θάνατο και για τη ζωή. Αυτές είναι οι ιστορίες που αφηγούνται τα μουσεία”.
Για το κατά πόσο έχει αλλάξει σήμερα ο ρόλος του μουσείου στη σύγχρονη εκπαιδευτική διαδικασία, ο ίδιος επεσήμανε ότι ” βρισκόμαστε σε καλύτερο δρόμο σε σχέση με πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια, όσον αφορά τα εκπαιδευτικά προγράμματα που υλοποιούνται στα μουσεία”, ωστόσο τόνισε, πως ”δεν έχουμε, πετύχει το σημαντικότερο: τη γενίκευση αυτής της πρακτικής. Δηλαδή, όπου κι αν πηγαίνει κανείς, να υπάρχουν οργανωμένα εκπαιδευτικά προγράμματα. Και όχι μόνο για σχολεία. Να υπάρχουν και για ομάδες ενηλίκων, για ειδικές ομάδες κοινού, για ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από αυτό που ονομάζουμε «πολιτισμό» και αισθάνονται ότι δεν τους αφορά ή αποκλείονται από τη μουσειακή εμπειρία, όπως αποκλείονται και από άλλα κοινωνικά και δημόσια αγαθά.
Μιλάμε δηλαδή για ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο για διάφορους λόγους: άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένους, Ρομά, πρόσφυγες, μετανάστες, ανθρώπους που συμμετέχουν σε προγράμματα επανένταξης ή απεξάρτησης. Έχω δουλέψει με πολλές τέτοιες ομάδες και εκεί αποδεικνύεται πραγματικά η δύναμη του μουσείου — και σε κοινωνικό επίπεδο. Το μουσείο μπορεί να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός ένταξης, ένας θετικός κοινωνικός παράγοντας.

Για τα μουσεία που ο ίδιος ξεχωρίζει, ο ίδιος τόνισε ότι ” στην Κρήτη υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα μουσεία, τόσο ως προς τις εκθέσεις όσο και ως προς τις δράσεις τους.
Αν έπρεπε, πάντως, να αναφέρω ένα παράδειγμα από την Ελλάδα γενικότερα, θα έλεγα το Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων, το οποίο κάνει εξαιρετική δουλειά και στον τομέα που συζητάμε. Υλοποιεί καθημερινές δράσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολεία, αλλά και ειδικές δράσεις για ομάδες που βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο.
Μέσα από το μουσείο, αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να προσεγγίσουν όχι μόνο τη μνήμη και την πολιτιστική κληρονομιά, αλλά κυρίως τον ίδιο τους τον εαυτό.
Γιατί αυτό είναι το ουσιαστικό: στο μουσείο βρίσκουμε τον εαυτό μας μέσα από άλλες διαδρομές. Και αυτό είναι που μπορεί να κάνει τα μουσεία πραγματικά χρήσιμα στο παρόν — όχι ως φορείς αποστειρωμένης πληροφορίας για το παρελθόν, σκονισμένης και βαρετής για πολλούς ανθρώπους, αλλά ως ζωντανούς χώρους που μπορούν να μιλήσουν στο σήμερα με τρόπο ουσιαστικό, ανταποκρινόμενοι στις αγωνίες και τις προσδοκίες των ανθρώπων της εποχής μας”.
Η ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Για το βιβλίο θα µιλήσουν οι:
– Ιωάννης – Παναγιώτης Αµπελάς (φιλόλογος Β/θµιας εκπαίδευσης, αποσπασµένος στο Τµήµα Φιλοσοφίας του πανεπιστήµιου Κρήτης)
– Αθηνά Γιαννουλάκη (βιβλιοθηκονόµος – µουσειοπαιδαγωγός στην Παιδική – Εφηβική Βιβλιοθήκη του ∆ηµοτικού Κήπου Χανιών)
– Φώτης Ποντικάκης (δάσκαλος – υπεύθυνος του Κέντρου Εκπαίδευσης για το Περιβάλλον και την Αειφορία Βάµου)
– Ματθαίος Φραντζεσκάκης (διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηµατογράφου Χανίων)
– και ο συγγραφέας: Στάθης Γκότσης.
Συντονίζει Μαρία Ανδρεαδάκη – Βλαζάκη, (επίτιµη γενική διευθύντρια Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονοµιάς και πρόεδρος Ιστορικής, Λαογραφικής και Αρχαιολογικής Εταιρείας Κρήτης – ΙΛΑΕΚ).
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Όπως αναφέρεται στο σηµείωµα των εκδόσεων Τόπος, πρόκειται για ένα βιβλίο για τη μουσειακή εκπαίδευση, για τις οργανωμένες και στοχοθετηµένες εκπαιδευτικές/ερμηνευτικές δράσεις που υλοποιούνται στο μουσείο, στο μνημείο ή στον αρχαιολογικό χώρο, σε κάθε τόπο όπου ανιχνεύονται η διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και η δημιουργία μέσα από τα υλικά της ίχνη.
Ένα corpus κειμένων για τη μουσειακή εκπαίδευση ως μια εφαρμοσμένη και επιστημονικά σχεδιασμένη παιδαγωγική διαδικασία που επιδιώκει να εκπληρώσει τον εκπαιδευτικό και κοινωνικό ρόλο του μουσείου, διαμεσολαβώντας ανάμεσα σε έναν χώρο µη τυπικής μάθησης και στις ποικίλες και ετερόκλητες ομάδες κοινού, µε τα διαφορετικά (κοινωνικά, ηλικιακά, πολιτισμικά, μορφωτικά κ.λπ.) χαρακτηριστικά, τις διαφορετικές ανάγκες, αγωνίες και προσδοκίες τους.
Ένα βιβλίο για τις δράσεις που επιχειρούν να μετατρέψουν το μουσείο σε σημείο συνάντησης, κατανόησης, διαλόγου και συμμετοχής, σε τόπο όπου το παρελθόν επικοινωνεί µε το παρόν, δίνοντας νόημα στη ζωή µας, σε χώρο ενεργητικής μάθησης ανοιχτό σε μικρούς και μεγάλους, στα Άτομα µε Αναπηρία και στις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, στις «άλλες» κοινότητες που κινούνται στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού.

Ελένη Φουντουλάκη – zarpanews.gr






