Τρία ανέκδοτα για τον Τσίπρα
Δεν ξέρω αν κάποιο από τα τρία ανέκδοτα που θα σας διηγηθώ σήμερα το έχω ξαναγράψει. Ενδεχομένως το ένα. Δεν πειράζει, αφού δεν το θυμάμαι εγώ δεν θα το θυμάστε ούτε εσείς. Και πάντως, επειδή τώρα θα αναφέρονται στην κυβέρνηση Τσίπρα, κι όχι σε κάποια προηγούμενη, δεν νομίζω να υπάρχει πρόβλημα.
Ανέκδοτο πρώτο: Είναι στη φυλακή δύο τύποι. Ο ένας είναι λεπρός. Εκεί που κάθονται στο κελί, και κουβεντιάζουν για το πως μπορούν να αποδράσουν, ο λεπρός αρχίζει και ξύνει το αριστερό του αφτί. Μετά από λίγο αυτό του μένει στο χέρι. Δίνει μία και το πετάει, από το παράθυρο, έξω από το κελί. Μετά από λίγο, αρχίζει και ξύνει και το δεξί του αυτί. Του μένει και αυτό στο χέρι και τσακ το πετάει, από το παράθυρο, έξω από το κελί. Ύστερα από λίγο αρχίζει και ξύνει τη μύτη του. Του πέφτει κι αυτή και την πετάει έξω από το παράθυρο. Οπότε ο συγκρατούμενός του, εντυπωσιασμένος, του λέει: Μεγάλε, βλέπω σιγά σιγά την κάνουμε.
Λέτε η αλλαγή του εκλογικού νόμου να είναι το πρώτο βήμα για να την κάνει η κυβέρνηση προς τις κάλπες; Λέτε;
Ανέκδοτο δεύτερο: Ήταν ο Μανωλιός από τα Ανώγεια και πήγε να αγοράσει στάμνες από τη Χώρα, από το Ηράκλειο. Πάει στην αγορά βλέπει κάποιον που πουλάει στάμνες και τον ρωτά. Πόσο κάνουν, ωρέ σύντεκνε, τα μπότια; Σήμερα, ωρέ Μανωλιό, τα ‘χουμε σε καλή τιμή, οπού γιορτάζει ο Άγιος, του απαντά ο καταστηματάρχης. Και πόσο κάνουν; ρωτά ο Μανωλιός. Σήμερα και για σένα Μανωλιό 600 δραχμές το ένα μπότι, του λέει. Δίνει 1200 δραχμές και αγοράζει δυό μπότια ο Μανωλιός, τα φορτώνει στο αυτοκίνητο και πάει στο χωριό. Κάθεται, στο καφενείο, να πιεί μία τσικουδιά. Πίνει μία, πίνει δεύτερη, τρίτη, κάποια στιγμή έρχεται ένας συγχωριανός του, βλέπει τις στάμνες, και λέει στο Μανωλιό. Πουλάς ωρέ τον ένα μπότη; Τον πουλάω. Και πόσα θες; Εξακόσια. Πολλά είναι, σου δίνω πεντακόσια. Εντάξει, δώσε πεντακόσια και πάρτον, του λέει ο Μανωλιός. Τον ακούει ο φίλος του Μανωλιού, που μαζί είχαν πάει στη Χώρα και είχαν αγοράσει τα μπότια, και του λέει: Τι κανείς ωρέ, κουζουλάθηκες; Τον αγόρασες 600 και τον πουλάς 500; Και ο Μανωλιός του απαντά: Κουμπάρε έτσι είναι το εμπόριο τη μια κερδίζεις και τη μια χάνεις. Κάπως έτσι είναι και με την κυβέρνηση. Έχασε με το μνημόνιο και υπό την απειλή του Grexit από την τρόϊκα (που τώρα λέγεται Θεσμοί) και τώρα, με την αναταραχή και του Brexit, ελπίζει να κερδίσει με τον κόφτη, με την μη ενεργοποίησή του.
Εκτός κι αν έχουμε πολλούς …Μανωλιούς, που μάλλον έχουμε, οπότε πάνε και τα μπότια και τα όβολα.
Ανέκδοτο τρίτο: Στην Κυψέλη, στο σπίτι του Τσίπρα, μεταβαίνουν ο Νίκος Παππάς και ο Πάνος Καμμένος για να δουν τι θα κάνουν με τους βουλευτές, φοβούμενοι τυχόν διαρροές, λόγω των σκληρών μέτρων που θα πρέπει να λάβουν ενόψει της δεύτερης αξιολόγησης. Για να γλυκάνουν τους βουλευτές και να τους ανυψώσουν το ηθικό, ο Καμμένος προτείνει να γεμίσουν τους τοίχους της Βουλής με γαλανόλευκες σημαίες ώστε να τις βλέπουν οι βουλευτές και να κυριαρχούνται από πατριωτικά αισθήματα. Ο Παππάς προτείνει να βαφτούν οι τοίχοι της αίθουσας της Ολομέλειας με πράσινο χρώμα, που ‘ναι της ελπίδας, (αλλά και του ΠΑΣΟΚ, του χώρου δηλαδή που θέλει να μετακομίσει ο ΣΥΡΙΖΑ) ώστε οι βουλευτές να μην απογοητεύονται, αλλά να ελπίζουν ότι με αυτά τα μέτρα θα βγούμε από το μνημόνιο. Ο Τσίπρας, κατόπιν υποδείξεως της Περιστέρας, προτείνει να βάλουν στην αίθουσα βαρύ κόκκινο χαλί, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τα μέτρα που ψηφίζονται είναι σε αριστερή κατεύθυνση. Αφού συμφωνούν, πάνε στη Βουλή και θέτουν τις τρεις προτάσεις σε ψηφοφορία. Ενώ οι βουλευτές ψηφίζουν, ο Τσίπρας κοιτάζει προς το θεωρείο, και βλέπει μια γριούλα να κουνάει συνεχώς το κεφάλι της. Του κάνει εντύπωση και όταν τελειώνει η ψηφοφορία φωνάζει τη γιαγιά κοντά του. “Γιαγιά, πως και από ‘δω, στη Βουλή, και γιατί κουνούσες συνεχώς το κεφάλι όταν ψηφίζαμε”, τη ρωτάει. “Παιδάκι μου, εγώ είμαι καθαρίστρια, του λέει, αλλά πριν με διορίσει, ο μακαρίτης ο Ανδρέας, στη Βουλή, ήμουν καθαρίστρια σε μπουρδέλο. Εκεί, κάθε φορά που στριμώχνονταν τα πράγματα, αλλάζαμε τις πουτάνες, όχι τις μοκέτες και τους καθρέφτες”
Και πώς αλλάζεις πουτάνες, συγγνώμη βουλευτές; Με εκλογές. Και πώς μπορεί στις εκλογές ν’ αλλάξουν οι πουτάνες, συγγνώμη οι βουλευτές, αλλά να μην χαθεί και το γκουβέρνο; Με τον εκλογικό νόμο. Νομίζω, σιγά σιγά τα κομμάτια του παζλ αρχίζουν και μπαίνουν στη θέση τους. Νομίζω. Μ’ αυτά τα παιδιά του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορείς να είσαι ποτέ και για τίποτε σίγουρος…
Γράφει ο Νίκος Φελέκης για το matrix24.gr






