«Πάμε για χόρτα»: Η παράδοση της κρητικής γης γίνεται εμπειρία
Στην Κρήτη, η φύση δεν αποτελεί απλώς ένα σκηνικό. Είναι τρόπος ζωής, μνήμη και γνώση που περνά από γενιά σε γενιά, αποτυπωμένη σε μικρές καθημερινές συνήθειες. Ανάμεσα σε αυτές, η συλλογή των άγριων χορταρικών παραμένει μια από τις πιο ζωντανές εκφράσεις της σχέσης των ανθρώπων με την κρητική γη.
Μια σχέση που δεν περιορίζεται στη διατροφή, αλλά αγγίζει την ταυτότητα του τόπου. Με το φως να απλώνεται πάνω στις πλαγιές και τα αρώματα της γης να αναδύονται μετά την πρωινή υγρασία, η κρητική ύπαιθρος αποκαλύπτει έναν πλούτο που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Ανάμεσα σε πέτρες, αγρούς και μονοπάτια, ξεπροβάλλουν δεκάδες άγρια χόρτα. Φυτά που κουβαλούν μέσα τους ιστορία, γνώση και μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής. Σε αυτή τη βαθιά σχέση του ανθρώπου με τη φύση, έρχεται να εστιάσει η πρωτοβουλία της Περιφέρειας Κρήτης «ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΧΟΡΤΑ», η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο ανάδειξης του νησιού ως Ευρωπαϊκής Περιφέρειας Γαστρονομίας 2026.
Μια δράση που δεν περιορίζεται στην προβολή της τοπικής κουζίνας, αλλά αναδεικνύει τη διαδικασία, τη γνώση και την εμπειρία που προηγούνται του πιάτου. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκε για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά η δράση «Τα άγρια βρώσιμα χόρτα και η αξιοποίησή τους στις παραδοσιακές κρητικές συνταγές», στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου. Όπως μάλιστα είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η πρόεδρος του Συλλόγου Φεστιβάλ Κρητικής Κουζίνας, Λένα Ηγουμενάκη, «πρόκειται για μια δράση που προσφέρει τη δυνατότητα συμμετοχής τόσο στο ευρύ κοινό όσο και στις τοπικές κοινότητες», δημιουργώντας έναν ζωντανό χώρο ανταλλαγής εμπειριών.
Η κ. Ηγουμενάκη έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη βιωματική διάσταση αυτής της δράσης. «Οι συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν την παραδοσιακή τέχνη του μαζέματος των χόρτων, το λεγόμενο “ βρουβολόϊμα”», περιγράφοντας μια πρακτική που αποτελεί κομμάτι της καθημερινότητας στην κρητική ύπαιθρο.
Όπως τόνισε οι συμμετέχουσες και οι συμμετέχοντες «μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα άγρια βρώσιμα χόρτα της κρητικής γης και να ενημερώνονται για τη διατροφική και πολιτιστική τους αξία», ενισχύοντας τη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον. Σε ό,τι αφορά την απήχηση της δράσης, ήταν έντονη καθώς και μόνο το γεγονός ότι πραγματοποιείται για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά, αποτυπώνει όπως εξήγησε η Λένα Ηγουμενάκη, το σταθερό ενδιαφέρον του κοινού, με τη συμμετοχή να εκτείνεται, μάλιστα, σε όλες τις ηλικίες.
Ο στόχος, όπως τον περιέγραψε, είναι πολυεπίπεδος. «Επιδιώκει τη διατήρηση και ανάδειξη της άυλης γαστρονομικής κληρονομιάς της Κρήτης», ενώ ταυτόχρονα «στοχεύει στη μεταφορά της γνώσης από γενιά σε γενιά» . Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η πρόεδρος του Συλλόγου Φεστιβάλ Κρητικής Κουζίνας, ανέφερε ότι η Κρήτη ξεχωρίζει όχι μόνο για τη βιοποικιλότητά της, αλλά κυρίως για τη γνώση που τη συνοδεύει. Μια γνώση που επιτρέπει στους ανθρώπους να αναγνωρίζουν, να συλλέγουν και να αξιοποιούν τα χόρτα με τρόπο ουσιαστικό. Αυτή η γνώση αποτυπώνεται και στον πλούτο των ειδών που συναντά κανείς στο νησί.

Χόρτα όπως το σταμναγκάθι, οι ασκόλυμπροι, ο αγόγλωσσος ή βοιδόγλωσσος, ο κρητικός δρίλος, το πεντάνευρο, οι αβρωνιές και οι καλίτσες ή γλυκά ραδίκια, αποτελούν μόνο ένα μικρό δείγμα της ποικιλίας που προσφέρει η κρητική γη. Όπως εξήγησε η κ. Ηγουμενάκη, ιδιαίτερη θέση ανάμεσά σε αυτά, κατέχει το σταμναγκάθι, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και αναγνωρίσιμα άγρια χόρτα της Κρήτης. Φύεται κυρίως σε παραθαλάσσιες και άγονες περιοχές, αντέχει σε δύσκολες συνθήκες και ξεχωρίζει για τη λεπτή, ελαφρώς πικρή γεύση του. Συλλέγεται με προσοχή και καταναλώνεται συνήθως βραστό ή ωμό σε σαλάτες, συχνά με λεμόνι και ελαιόλαδο.
Όπως μάλιστα διευκρίνισε, «το σταμναγκάθι δεν είναι απλώς ένα χόρτο της κουζίνας, αλλά ένα φυτό με υψηλή διατροφική αξία, πλούσιο σε αντιοξειδωτικά και θρεπτικά στοιχεία».

Τα άγρια χόρτα σαν «γιατρικό»
Σύμφωνα με την Λένα Ηγουμενάκη, «τα άγρια χόρτα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ευρέως στη σύγχρονη κρητική κουζίνα», όμως, η αξία τους δεν περιορίζεται στη γαστρονομία, αφού, όπως συμπλήρωσε «πολλά από αυτά λειτουργούν και σαν γιατρικά», μεταφέροντας μια γνώση που έρχεται από παλαιότερες γενιές.
«Πράγματι, στην κρητική παράδοση, τα χόρτα δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως τροφή, αλλά και ως φυσικά μέσα ενίσχυσης του οργανισμού» είπε χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας πως «πολλά άγρια χόρτα λειτουργούν ως αρωματικά φυτά ή “ήπια βότανα”, καθώς περιέχουν αιθέρια έλαια και φυσικές ουσίες που δίνουν άρωμα και γεύση».
Όπως μάλιστα σχολίασε, αυτό επηρεάζει ακόμη και την ποιότητα των ζωικών προϊόντων, καθώς η διατροφή των ζώων συνδέεται άμεσα με τη χλωρίδα του τόπου, δημιουργώντας έναν κύκλο που ενισχύει τη μοναδικότητα της κρητικής παραγωγής. «Η συλλογή των χόρτων δεν είναι μόνο μια πρακτική διαδικασία, αφού αποτελεί και μια πραγματική εμπειρία ευεξίας και ψυχοθεραπείας», πρόσθεσε η κ. Ηγουμενάκη, περιγράφοντας μια δραστηριότητα που φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στη φύση και στον άνθρωπο, αφού το «βρουβολόϊμα» ήταν ανέκαθεν μια συλλογική εμπειρία, γεμάτη ιστορίες, κουβέντα και απλότητα.

«Τέτοιες πρωτοβουλίες και δράσεις είναι σαφές ότι φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά, δημιουργούν κοινότητες και αναβιώνουν πρακτικές που κινδύνευαν να χαθούν» εξήγησε η πρόεδρος του Συλλόγου Φεστιβάλ Κρητικής Κουζίνας, λέγοντας πως το ενδιαφέρον των νεότερων γενεών αυξάνεται και αυτό πέρα από την ικανοποίηση που δημιουργεί, δείχνει και την ανάγκη για σωστή καθοδήγηση και ασφαλή αναγνώριση των φυτών.
ΑΠΕ-ΜΠΕ






