Τρελές μπίζνες με τα… αντι-Covid διαβατήρια

Μετά τους φορολογικούς παραδείσους, οι χώρες χωρίς επιδημία Covid-19. Από την αρχή της εφαρμογής περιοριστικών μέτρων, εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι του κόσμου όλου αγοράζουν πανάκριβα άδειες παραμονής και διαβατήρια ώστε να γλιτώσουν από την επιδημία ή τις ανεπαρκείς υποδομές υγείας της χώρας τους.

Βανουάτου, Αγία Λουκία, Κύπρος: έρευνα της γαλλικής εφημερίδας Monde φέρνει στο φως την ιδιαίτερα προσοδοφόρα αγορά διαβατηρίων αντι-Covid.

Τέσσερις μήνες τώρα, το τηλέφωνο του Κονσταντίν Καμίνσκι, διευθυντή της Astons, μιας λονδρέζικης εταιρείας που προσφέρει «λύσεις» σε θέματα υπηκοότητας, δεν σταματάει να χτυπάει. «Οι πολύ πλούσιοι στις φτωχές χώρες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στην πατρίδα τους εν μέσω της πανδημίας, ενώ έχουν τη συνήθεια να αναζητούν υγειονομική περίθαλψη στο εξωτερικό» λέει.

Αλλοι ανησυχούσαν ή ήταν απογοητευμένοι με τους χειρισμούς των χωρών τους. «Αμερικανοί πελάτες μάς εξήγησαν πως δεν ήθελαν να βρίσκονται στις ΗΠΑ στην επόμενη επιδημία» δηλώνει ο Πάντι Μπλίουερ, εκπρόσωπος του δικηγορικού γραφείου Henley & Partners. Δεν είναι τόσο η αναστολή των επιβατηγών πτήσεων το πρόβλημα, όσο το κλείσιμο των συνόρων στους ξένους υπηκόους λόγω lockdown.

Σε αυτές τις συνθήκες, ένα ιδιωτικό τζετ είναι παντελώς άχρηστο. Δικαίωμα παραμονής πρέπει να αγοράσει κάποιος. Ενα plan B μόνο για τους πιο πλούσιους.

Στην αγορά της υπηκοότητας, διαβατήρια υπάρχουν για όλα τα προφίλ πελατών. Πίνακες κατάταξης αξιολογούν την «ισχύ» τους, δηλαδή τον αριθμό των χωρών που επιτρέπουν να επισκεφθείς χωρίς βίζα. Στη διάρκεια της πανδημίας, η θέση των ΗΠΑ – οι υπήκοοι των οποίων δεν μπορούν πλέον να ταξιδέψουν στην Ευρώπη – κατρακύλησε ενώ εκείνη της Αυστραλίας, που περνάει σχετικά αλώβητη τον κορωνοϊό, ανέβηκε ψηλά.

Ποιότητα και τιμή

Το διαβατήριο του Βανουάτου προσφέρει μία από τις καλύτερες σχέσεις ποιότητας – τιμής. Παραδίδεται μέσω ταχυδρομείου μέσα σε μόλις έναν μήνα έναντι 130.000 ευρώ, είναι λοιπόν ένα από τα πιο οικονομικά και τα πιο γρήγορα.

Πλεονέκτημα: επιτρέπει στους αμερικανούς επιχειρηματίες να ταξιδεύουν πιο εύκολα στην Κίνα, την ώρα που οι σινοαμερικανικές σχέσεις όλο και χειροτερεύουν, και εξασφαλίζει χρόνο στους πλούσιους πολίτες των φτωχών χωρών γλιτώνοντάς τους από τις χρονοβόρες διαδικασίες έκδοσης βίζας. Πρόβλημα: δεν επιτρέπει παραμονή μεγαλύτερη των έξι μηνών σε μία χώρα, ένα σημαντικό μειονέκτημα όταν προσπαθείς να γλιτώσεις από μια πανδημία κορωνοϊού.

Οι πλέον περιζήτητες είναι λοιπόν οι άδειες παραμονής, ιδιαίτερα εκείνες που πωλούνται από την Κύπρο (οι ποσοστώσεις της Μάλτας έχουν ήδη καλυφθεί). Το νησί δεν βρίσκεται μακριά από τη Μέση Ανατολή, όπου ζουν πολλοί δυνητικοί πελάτες, και σε έναν πληθυσμό 1,2 εκατομμυρίων, μόνο 1.000 άνθρωποι έχουν ασθενήσει από Covid-19.

Τα νοσοκομεία ουδέποτε αντιμετώπισαν υπερβολική πίεση. Η άδεια παραμονής, που μπορεί να μετατραπεί σε ευρωπαϊκό διαβατήριο μέσα σε μόλις μερικούς μήνες, δίνεται έναντι επένδυσης δύο εκατομμυρίων ευρώ στην αγορά ακινήτων.

«Στη διάρκεια του lockdown, οι σύμβουλοί μας στην Κύπρο ξεναγούσαν μέσω των smartphone τους τούς πελάτες μας που είχαν αποκλειστεί στο εξωτερικό σε πολυτελείς βίλες» λέει χαρακτηριστικά ο Κονσταντίν Καμίνσκι.

Στη βιομηχανία της «υπηκοότητας μέσω επενδύσεων», κάθε νέα κρίση προσφέρει και μία εμπορική ευκαιρία. «Με την πανδημία του Covid-19 και τον οικονομικό μαρασμό του Λιβάνου, η ζήτηση αυξήθηκε» αναγνωρίζει ο Ταρέκ Καουκτζί, πρόεδρος και ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Sununu Advisors. «Οικογένειες που σκέπτονταν καιρό να αποκτήσουν μία άλλη υπηκοότητα αποφάσισαν τελικά να το κάνουν».

Πελάτες που φροντίζουν να παραμένουν διακριτικοί, σε μία περίοδο που ο οικονομικός πατριωτισμός προωθείται σε πολλές χώρες εν μέσω υγειονομικής κρίσης. Στην Ιορδανία, το Κουβέιτ και αλλού, η Sununu Advisors έρχεται σε επαφή με δυνητικούς πελάτες μέσω συνεργασιών με τράπεζες.

Διοργανώνονται ολιγομελείς συναντήσεις, στη διάρκεια των οποίων διπλωμάτες έρχονται να παινέψουν τη χώρα τους. Η εταιρεία φέρνει στη συνέχεια σε επαφή τους πελάτες της με δικηγόρους κάθε χώρας υποδοχής, που είναι «συχνά πρώην διπλωμάτες ή δημόσιοι λειτουργοί».

Οι «πελάτες» αυτοί αγοράζουν νέες υπηκοότητες σαν μία ασφάλιση κινδύνου: καλύτερα να διαθέτουν μία αν παρουσιαστεί πρόβλημα. «Εκείνοι που αγοράζουν υπηκοότητες είναι συχνά επαγγελματίες του ρίσκου» λέει ο Πάντι Μπλιούερ, εκπρόσωπος του Henley & Partners.

«Η πανδημία απλώς ενίσχυσε την αξία ενός δεύτερου διαβατηρίου». Συχνά, εκτιμούν οι επαγγελματίες του τομέα, οι πελάτες που αγοράζουν ένα διαβατήριο δεν πάνε να ζήσουν στην εν λόγω χώρα.

«Μία δεύτερη υπηκοότητα είναι κάτι περισσότερο από ένας τρόπος ζωής», μπορεί κανείς να διαβάσει στα διαφημιστικά φυλλάδια της Astons, «επιτρέπει στον κάτοχό της να μην εξαρτάται πλέον από τις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες της χώρας διαμονής του».

Ενα επιχείρημα που έχει κάνει δικό της και η Ολλανδία, προτείνοντας μία «χρυσή βίζα» έναντι επένδυσης ύψους 1,25 εκατομμυρίου ευρώ σε κάποια start-up, με δυνατότητα απόκτησης υπηκοότητας μετά την πάροδο μιας πενταετίας.

Τι λέει η εταιρεία

«Ενας πόλεμος που ετοιμάζεται να ξεσπάσει; Μία ασταθής πολιτική κατάσταση; Μία ριζοσπαστική οικονομική μεταρρύθμιση; Χάρη στην άδεια παραμονής, μπορείτε να πάτε στο αεροδρόμιο με την οικογένειά σας και να ζήσετε απολύτως ήρεμοι στο δεύτερο σπίτι σας» καυχιέται η Orange Visas, η εταιρεία που συνεργάζεται με την ολλανδική υπηρεσία μετανάστευσης.

Και μικρή σημασία έχει αν κάποιες χώρες, όπως η Ινδία, απαγορεύουν στους πολίτες τους να έχουν δεύτερη υπηκοότητα: «Αφήνουν συνήθως το διαβατήριό τους σε μία τρίτη χώρα, στον δικηγόρο τους στο Ντουμπάι, για παράδειγμα, και περνούν να το πάρουν ή τους το στέλνουν καθ΄οδόν», λέει στη Monde ένας γνώστης του θέματος.

Τα νησιά της Καραϊβικής, που καλούνται να αντιμετωπίσουν λόγω της πανδημίας μια βουτιά των εσόδων τους από τον τουρισμό, έχουν ρίξει τις τιμές των διαβατηρίων τους και προσπαθούν να προσελκύσουν «επενδυτές της υπηκοότητας» με άλλα μέσα. Βυθισμένο στα χρέη, το νησί της Αγίας Λουκίας εξέδωσε πρόσφατα ομόλογα με μηδενικό επιτόκιο, αλλά με προσφορά ένα διαβατήριο.

Αν μάλιστα ο ενδιαφερόμενος δεσμευτεί να επενδύσει 250.000 δολάρια (213.300 ευρώ) για μία περίοδο τουλάχιστον έξι ετών, η Αγία Λουκία τού προσφέρει και δεύτερο διαβατήριο, για κάποιο άτομο της επιλογής του.

Εγκαταλελειμμένο από τους τουρίστες, το Μπαρμπάντος προσπαθεί από την πλευρά του να προσελκύσει μισθωτούς σε τηλεργασία, αποκλεισμένους στην πατρίδα τους. Προσφέρει βίζα ενός έτους σε όσους κερδίζουν περισσότερα από 50.000 δολάρια τον χρόνο.

Αρχές του 2018, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) είχε σημάνει συναγερμό για το σύστημα των «χρυσών» διαβατηρίων και βίζας.

Εξέφρασε την ανησυχία του για μια πρακτική που επιτρέπει σε κάποιους να παρακάμπτουν τους ελέγχους της αυτόματης ανταλλαγής δεδομένων, ενός μηχανισμού που θεσπίστηκε από τα κράτη για την καταπολέμηση της απάτης.

Με ένα δεύτερο διαβατήριο, μπορεί κάποιος στην πραγματικότητα να γλιτώσει τους ελέγχους για τα ποσά που φέρουν αλλοδαποί. Μία πραγματική ασφάλιση κινδύνου – και όχι μόνο.

Πηγή: in.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ