Τι είδους Πρόεδρο της Δημοκρατίας θέλουμε;

Είναι πρωτοφανές ότι καθώς πλησιάζει η εκλογή Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας μεγαλώνει η ουρά των υποψηφίων. Κάτω από το όνομα του Προκόπη Παυλόπουλου -εκ των πραγμάτων υποψήφιου για μια ακόμη θητεία στο προεδρικό μέγαρο- προστίθενται ονόματα που προκαλούν έκπληξη. Σε κάποιες περιπτώσεις πρόκειται για άεργους της πολιτικής -ή ακόμη και πρόσωπα αμφίβολης εντιμότητας.

Ποιος από όλους θα προκριθεί τελικά στην κρίση του Πρωθυπουργού που έχει την πρωτοβουλία σ’ αυτό το θέμα; Πριν αναζητήσουμε την απάντηση πρέπει να συμφωνήσουμε τι είδους πρόεδρο θέλουμε.

Η Προεδρία της Δημοκρατίας δεν προσφέρεται για να συνεχίσει κάποιος την πολιτική καριέρα του, να ικανοποιήσει την κενοδοξία του, να εκπροσωπήσει συμφέροντα και μηχανισμούς, να δώσει λύσεις σε εσωκομματικά αδιέξοδα.

Όπως δεν προσφέρεται για επικοινωνιακή σπέκουλα, με κριτήρια ηλικίας, φύλου, ή προσωπικών προτιμήσεων. Π.χ. δεν νοείται να λέμε «καιρός για γυναίκα πρόεδρο», γιατί είναι σαν να λέμε καιρός για έναν με μουστάκι,ή κάποιον με ύψος πάνω από 1,80. Άλλα είναι τα στοιχεία επιλογής.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο αρχηγός του κράτους, εκφράζει την ενότητα του έθνους και είναι ο ρυθμιστής του πολιτεύματος. Συνεπώς πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκριθεί σ’ αυτούς τους ρόλους. Γι’ αυτό ο συνταγματικός νομοθέτης προβλέπει αυξημένη πολιτική αποδοχή στην εκλογή του -και κακώς θα αλλάξει αυτό, αν αλλάξει.

Όλοι όσοι εγκαταστάθηκαν ως τώρα στο προεδρικό μέγαρο ανταποκρίθηκαν στο ρόλο. Ανεξάρτητα από την κομματική τους προέλευση- και συχνά κοντά σε ό,τι τους συνόδευε λόγω αυτής προέλευσης.

Π.χ. ο Κωστής Στεφανόπουλος υπήρξε σκληρός δεξιός πολιτικός, αλλά αποδείχθηκε εξαίρετος πρόεδρος. Ομοίως ο Κάρολος Παπούλιας που προέρχονται από τον κλειστό κομματικό κύκλο του ΠΑΣΟΚ. Ο Χρήστος Σαρτζετάκης ήταν ιδιότυπος, αλλά ήταν νομομαθής.

Την νομική συγκρότηση του Προκόπη Παυλόπουλου συμπληρώνει η ευρυμάθεια του. Και φυσικά δεν μπορεί να γίνει λόγος για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ιδρυτή της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Ειδικά για τον σημερινό πρόεδρο, αν υπήρχε το 2015 το κριτήριο της κομματικής του ταυτότητας και της άσκησης ρόλων στη ΝΔ, που έκανε κάποιους να μην το ψηφίσουν -μεταξύ των οποίων και ο σημερινός Πρωθυπουργός- σήμερα αυτά τα στοιχεία δεν υπάρχουν, καθώς τα επικάλυψε η επιτυχία στο ρόλο του. Εμετρήθη, εζυγίσθη και ευρέθη υπερεπαρκής.

Όλοι οι ως τώρα ανώτατοι άρχοντες απέδειξαν ότι καλώς αναδείχθηκαν στο αξίωμα από τους χειρισμούς που έκαναν στις δύσκολες στιγμές της θητεία τους. Ο Καραμανλής εγγυήθηκε την πολιτική μεταβούν του 1981 που δεν ήταν τόσο εύκολη όσο νομίζουν πολλοί.

Ο Σαρτζετάκης διαχειρίστηκε την δύσκολη περίοδο 1989-90. Ο Παπούλιας τη ρευστότητα του 2012 με τη Χρυσή Αυγή στη Βουλή. Ο Παυλόπουλος το θερμό καλοκαίρι του 2015 και αναδείχθηκε εγγυητής της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, χωρίς να παραβιάσει το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος.

Αυτή η ιστορική αναδρομή δίνει και την απάντηση στο ερώτημα για τον πρόεδρο που θέλουμε, για να είναι ο πρόεδρος που μας αξίζει: να είναι κάποιος σαν τους προηγούμενους.

Πρακτικά αυτό οδηγεί στην επανεκλογή Παυλόπουλου που διασφαλίζει και την πρώτη και βασική προϋπόθεση- όπως την επισήμανε πρόσφατα η Ντόρα Μπακογιάννη: την ευρεία πλειοψηφία εκλογής. Καμιά άλλη υποψηφιότητα δεν συγκεντρώνει τουλάχιστον 244 ψήφους.

Είναι κατάκτηση του πολιτικού συστήματος ότι οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας και οι Πρόεδροι της Βουλής εκλέγονται με διακομματική στήριξη. Η χώρα και το πολίτευμα δεν έχουν περιθώριό για μονοκομματικούς προέδρους, ούτε για πειραματισμούς.

Το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα δεν προσφέρεται για πολιτικά παιχνίδια κάτω από το τραπέζι. Ούτε φυσικά για πρακτικές κλειστού κυκλώματος εξουσίας. Γιατί στο πρόσωπο του Προέδρου μπαίνει κάθε φορά το στοίχημα της ενότητας ή του διχασμού, άρα και της πολιτικής σταθερότητας.

Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ