Τι δεν πήγε καλά στην επίσκεψη Μητσοτάκη; Τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα

ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ

Η πρόσκληση Μητσοτάκη στις ΗΠΑ ήταν μια σημαντική στιγμή για την Ελλάδα σε μια κρίσιμη περίοδο – Ο ίδιος την έκανε «λαμπρή» παρουσία, χωρίς να διεκδικήσει τίποτε και χωρίς να πάρει τίποτε

Ο Πρωθυπουργός μιας σχετικά μικρής χώρας- με συμμετοχή σε υπερεθνικούς οργανισμούς, αλλά απειλούμενης από ισχυρότερο γείτονα- πήρε πρόσκληση να επισκεφθεί τον Λευκό Οίκο.

Προφανώς είναι θετικό.

Γίνεται περισσότερο θετικό, όταν ο ίδιος πρωθυπουργός προστίθεται στη λίστα των ξένων πολιτικών που εκφωνούν ομιλία στο Κογκρέσο. Θέλετε και τιμητικό; Να του πούμε κι έτσι.

Από μόνα τους αυτά αυξάνουν την ευθύνη του Πρωθυπουργού. Γιατί δημιουργούν προϋποθέσεις ώστε η χώρα που εκπροσωπεί, να ενισχύσει την επιχειρηματολογία της – προς την υπερδύναμη που παίζει ρόλο στην περιοχή της- κατά της χώρας που την απειλεί.

Και αυτό να αποτυπωθεί με ορατό και συγκεκριμένο τρόπο, ως εθνικό όφελος. Η «τιμή» από μόνη της εξανεμίζεται χωρίς αποτέλεσμα και η ευκαιρία χάνεται.

Τι δεν πήγε καλά και ενώ υπήρχαν οι προϋποθέσεις ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έφερε τίποτε στις βαλίτσες του; Γιατί δεν υπήρξε ούτε μια δεσμευτική δήλωση των Αμερικανών, ούτε μια διακρατική συμφωνία και όλα εκτυλίχθηκαν στο επίπεδο των φιλοφρονήσεων;

Ας μην κρυβόμαστε. Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που κατέστησαν αυτή την επίσκεψη εντυπωσιακή επικοινωνιακά, αλλά άσφαιρη στην ουσία.

Πρώτο, η -μη- συγκρότηση της αποστολής. Κάθε Πρωθυπουργός με συναίσθηση της συγκυρίας για τη χώρα, θα είχε μαζί του τους υπουργούς Εξωτερικών, Άμυνας και Ενέργειας, στη συγκεκριμένη επίσκεψη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε τις κόρες του.
Οπότε και να προέκυπταν συμφωνίες δεν υπήρχε κανείς να τις υπογράψει.

Δεύτερο, η αλλαγή χαρακτήρα της επίσκεψης. Ο Μητσοτάκης δεν εκλήθη οικογενειακώς, ως φίλος της οικογένειας Μπάιντεν για να περάσουν ένα 48ωρο μαζί, αλλά ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας. Δεν έδειξε να το αντιλαμβάνεται έτσι.

Το μετέτρεψε σε… προσκυνηματικό ταξίδι, κακώς νοούμενης εκδήλωσης φιλίας στον πλανητάρχη και λατρείας σε οτιδήποτε αμερικανικό. Σε ευκαιρία προσωπικής προβολής- σε βάρος της ουσίας.

Είναι αξιοθρήνητη και τριτοκοσμική η προσπάθεια …αποθέωσής του στην Ελλάδα, από ΜΜΕ και βουλευτές, ή υπουργούς του, τους συνήθεις παρατρεχάμενους, αλλά και κάποιους … προβλέψιμα απρόβλεπτους.

Τρίτο, δεν είχε ατζέντα. Σε κάθε επίσημη επίσκεψη ανά τον κόσμο, προκαθορίζονται τα θέματα που θα τεθούν, και γίνονται αντίστοιχες προετοιμασίες εκατέρωθεν, με προσυμφωνημένα αποτελέσματα συνήθως. Η επισκεψη είναι απλώς το τελετουργικό.

Εν προκειμένω δεν υπήρξε ούτε καν εμπλοκή αρμοδίων υπουργών στην προετοιμασία. Πλην της νέα προσβολής κατά Δένδια: διαφημίσθηκε ότι την επίσκεψη οργάνωσε η μια από τις τρεις κυρίες που τον καπελώνουν στο υπουργείο του και όχι ο αρμόδιος υπουργός. Όπως άλλωστε και την Κωνσταντινούπολη με τον Ερντογάν

Η επίσκεψη στις ΗΠΑ είχε μόνο το τελετουργικό. Δεν ήταν ελληνο -αμερικανική συνάντηση. Ήταν Μητσοτακο-μπαιντενική.

Περιείχε ακόμη και γελοιότητες του τύπου «Μπαιντενόπουλος και Μπαιντενάκης», η τον ανιστόρητο παραλληλισμό του Μεσολογγίου με την Μαριούπολη και τον ευτελή ισχυρισμό ότι ο Κολοκοτρώνης και οι αγωνιστές του 21 εμπνεύσθηκαν από τους Αμερικάνους. Και τον απαραίτητο ιντριγκαδόρο φάδερ- Αλεξ στη βασιλική ακολουθία.

Ο Πρωθυπουργός στους φακέλους του είχε μόνο ομιλίες θαυμασμού για την Αμερική, κατακρεουργώντας ακόμη και την ελληνική ιστορία.

Πρακτικά, χρησιμοποίησε το αξίωμα του για να πει την προσωπική γνώμη του για διάφορες πλευρές της διαχρονικής πορείας των ελληνοαμερικανικών σχέσεων – με ωραιοποίηση και παραποιήσεις. Με ιστορικές αναφορές στις οποίες δεν θα συμφωνούσαν ποτέ οι Έλληνες πολίτες- πλην Λακεδαιμονίων-, ούτε οι προκάτοχοι του στη ΝΔ.

Τέταρτο, δεν υπήρχε στόχος. Κανείς δεν κατάλαβε ότι ο πρωθυπουργός επιδιώκει κάτι- πέραν του προσωπικού πλασαρίσματός του, ως εκλεκτού των Αμερικανών.

Υπήρξε σχεδόν δουλικός απέναντι τους, δείχνοντας ότι θεωρεί πως θα τους … προσβάλει αν ζητήσει κάτι. Για αξίωση ούτε λογος.

Αρκέστηκε να τους υμνολογεί. Να δηλώνει πίστη στις …δικές τους επιδιώξεις, τις οποίες προσυπογράφει τυφλά και ας υπηρετούν, προφανώς, μόνο τα δικά τους συμφέροντα.

Ακόμη και το δικαίωμα του βέτο απολάκτισε, μα την κουτοπονηριά ότι έτσι .. εκθέτει τον Ερντογάν.

Φοβερός διαπραγματευτής. Η καλύτερα : η έννοια της διαπραγμάτευσης μακριά από αυτόν, στη χώρα που αισθάνεται σαν … δεύτερη πατρίδα του και τον Λευκό Οίκο σαν τον Παρθενώνα. Έλεος.

Για τα θέματα αμέσου ελληνικού ενδιαφέροντος – στα οποία δεν ανήκει βεβαίως το Ουκρανικό- δεν υπήρξε εκ μέρους του καμία προετοιμασία για ευθεία αναφορά στα δεδομένα τους. Και μετά δικαιολογήθηκε ότι το έκαναν επίτηδες για να μιλήσουν «στη γλώσσα» των Αμερικάνων. Στη γλώσσα των Ελλήνων ποιος θα μιλούσε;

Υπήρξε μια παράγραφος μόνο, μιλώντας στο Κογκρέσο, – στο Κυπριακό. Και άλλη μια στις υπερπτήσεις, χωρίς να κατονομάζει την Τουρκία. Σαν να είναι στα υπόλοιπα θέματα και κυρίως στους υδρογονάνθρακες και την τήρηση του διεθνούς Δικαίου καλός γείτονας.

Μια σπόντα μόνο περί «απόρριψης του αναθεωρητισμού» για την τουρκική επιδίωξη να αλλάξει η Λωζάνη.

Εμφανώς με αμερικανική υπόδειξη ο Πρωθυπουργός, δεν ζήτησε καν αμερικανική μεσολάβηση για την αναχαίτιση των τουρκικών παραβιάσεων. Απλώς… παρακάλεσε το Κογκρέσο «τα το έχει υπόψη του» όταν θα αποφασίσει για τα F-16, . Χωρίς να λάβει υπόσχεση ούτε από έναν- πλην του Μενέντεζ αργότερα.

Πέμπτο, κινήθηκε στον εγωκεντρικό μικρόκοσμο του. Δεν κατάλαβε ότι οι Αμερικανοί γερουσιαστές και βουλευτές δεν τον χειροκροτούσαν ως «βαθυστόχαστο πολιτικό διεθνούς ακτινοβολίας», όπως έβαλε τον Οικονόμου να λέει εκ των ύστερων.

Τον χειροκροτούσαν για όσα έλεγε για τους ιδίους και για τη χώρα τους. Δεν πρέπει να πέρασε άλλος ξένος από εκείνο το βήμα, που να έριξε τόση κολακεία, με τόση διάθεση υποτέλειας .

Για μια χώρα σαν τις ΗΠΑ, της οποία το μητρώο εξωτερικής πολιτικής έχει κατά συρροή στρατιωτικές επεμβάσεις και βιασμούς Δημοκρατιών, ανά τον κόσμο. Και στην Ελλάδα, όπου προστάτευσε, αν δεν υποκίνησε, τους κολονέλους- ή στην Κύπρο που δεν κούνησε το δάκτυλο της στον «Αττίλα».

Ο Μπιλ Κλίντον ζήτησε συγνώμη γι αυτό, ο Μητσοτάκης, το παράκαμψε, ως ασύμβατο με το λιβάνισμά του στον διάδοχο του Κλίντον. Ήταν ως εθνική στάση, μακριά από και τις θέσεις που ανέδειξαν σε Αμερικάνους προέδρους τέσσερις πρόεδροί της Γ Ελληνικής Δημοκρατίας: Καραμανλής, Στεφανόπουλος, Παπούλιας, Παυλόπουλος

Έκτο, επιδίωξε μόνο την εύνοια των Αμερικάνων για τον ίδιο. Χωρίς καν ανταλλάγματα για ελληνικές προχωρήσεις που ήδη έκανε. Στοιχειώδης υποχρέωση του ως εκπροσώπου της χώρας, ήταν να ζητήσει από την Αμερική, ανταπόδοση σε όσα της έχει προσφέρει ήδη. Όχι να υπερηφανεύεται για το «διαμάντι» της Σούδας.

Ούτε λέξη. Αντίθετα, εμφανίσθηκε έτοιμος να προσφέρει ακόμη περισσότερα, χωρίς ανταπόδοση. Ή εμφανής έννοια του ήταν να μην φέρει σε δύσκολη θέση τον οικοδεσπότη του. Στον οποίο φέρνονταν ως φτωχός και κακομοίρης συγγενής από την επαρχία, που εκλιπαρεί για το έλεος του, χαρούμενος που τον έβαλε στο σαλόνι του.

Έτσι δεν ξεκαθάρισε το απλούστερο, για το ποιο μάλιστα είχε ισχυριστεί στη Βουλή ότι δεν ισχύει: να ρωτήσει τον Μπάιντεν αν δίνει αεροσκάφη στην Άγκυρα – με αρνητικές συνέπειες για την Ελλάδα, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών.

Έβδομο, εξαφάνισε τη διπλωματία της πάγιας εθνικής στρατηγικής. Όσα ίσχυαν ως τώρα στο τρίγωνο Αθήνα – Άγκυρα – Ουάσιγκτον, εξαφανίσθηκαν. Τα αντικατέστησε με δική του τακτική, που τη διέκρινε σύμπλεγμα κατωτερότητας
Έδειχνε προσωπικά ευτυχής γιατί γινόταν ευμενώς δεκτός -ως… οικογένεια μάλιστα- από κατ αυτόν μυθικές μορφές, μιας υπερκόσμιας Δύναμης, προς τις οποίες μόνο να προσεύχεσαι δικαιούσαι….

Αισθανόμενος ίσως λίγος για διπλωματία, έβγαλε τέλος τη διπλώματα από την τεχνική της παρουσία τους. Κινήθηκε ως οπαδός και ικέτης. Σε κάποιες στιγμές χασκογελούσε σαν μικρό παιδί που του δίνουν ζαχαρωτά και του λένε ότι είναι καλός μαθητής.

Στη συνέχεια οι επικοινωνιολόγοι του το μετέτρεψαν σε επιτυχία και ο ίδιος το πρόβαλε με μικρομεγαλισμό. Τα φιλικά του ΜΜΕ και οι δικοί του στην πολιτική, επιδόθηκαν σε εξιστόρηση της επίσκεψης που θύμιζε την παροιμία: κι η μυλωνού τον άνδρα της με τους πραματευτάδες.

Εν κατακλείδι η πρόσκληση Μητσοτάκη στις ΗΠΑ ήταν μια σημαντική στιγμή για την Ελλάδα σε μια κρίσιμη περίοδο. Ο ίδιος τη φόρτισε με προσωπικές επιδιώξεις, με εθνικολαϊκισμό και υποτέλεια. Την έκανε «λαμπρή» παρουσία, χωρίς να διεκδικήσει τίποτε και χωρίς να πάρει τίποτε.

Έτσι εξελίχθηκε σε χαμένη ευκαιρία επί του πεδίου της διπλωματίας και για να γίνει επικοινωνιακό όχημα ακόμη και…προσωπολατρίας στο πεδίο της εσωτερικής μικροπολιτικής.

Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ