Τι δεν είπε ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ

Πρώτα η εικόνα: Η πρώτη εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη ως Πρωθυπουργού στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ήταν απολύτως σκηνοθετημένη- από επαγγελματίες του είδους.

Το σενάριο πήγε καλά- μέχρι την τελευταία…περιφερειακή λεπτομέρεια. Από την «υπερπαραγωγή» της περιήγησής του στην Έκθεση ως το απογοητευτικό – τύπου… υπαρκτού σοσιαλισμού -θέαμα της συνέντευξης Τύπου. Στην οποία οι πρώτες 15-20 ερωτήσεις υποβλήθηκαν από «πατενταρισμένα» φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ.

Ο ίδιος ήταν καλά διαβασμένος, αλλά ο εκπρόσωπος της έγκυρης αντιπολιτευτικής εφημερίδας «Εφ-Συν» πήρε ερώτηση ύστερα από … μιάμιση ώρα! Και το Documento δεν πήρε καθόλου. Τόση ελευθεροτυπια και.. προνοητικοτητα.

Μετά η ουσία: Η παρουσία του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ πήγε καλά για τον ίδιο και την κυβέρνησή του. Αν παραβλέψουμε τον εγγενή καισαρισμό του ύφους του από του βήματος -με τις προκάτ διακοπές λόγου για να ακουστεί το χειροκρότημα- το περιεχόμενο των εξαγγελιών του έγινε ευμενώς δεκτό από την κοινή γνώμη. Με τη συνδρομή και του επικοινωνιακού ιμπέριουμ που έχει η κυβέρνηση- συμπεριλαμβανομένου και του δημοσκοπικού οίστρου που επανέκαμψε νωρίς.

Σε γενικές γραμμές κέρδισε το κοινό του. Είτε ανήγγειλε τα συγκεκριμένα και αυτονόητα- που από βλακεία ή ανικανότητα καθυστερούσαν οι προηγούμενοι- είτε στα σημεία που απλώς μετέφερε στο μέλλον -με διαρκή μετεκλογικά «θα»- όσα είχε υποσχεθεί ότι θα πραγματοποιήσει αμέσως.

Ακόμη καλύτερα πήγε η μιντιακή κάλυψη της παρουσίας του, που παρέβλεψε κάποια λάθη του ιδίου ή του επέτρεψε να αναστρέφει ακόμη και τη λογική. Όπως όταν επέμενε στο θέμα των Γλυπτών του Παρθενώνα, λέγοντας ότι θα εξετασθεί το «αίτημα» του Βρετανικού Μουσείου, όταν ο ίδιος έχει καταθέσει αίτημα και όχι οι Βρετανοί.

Τρίτο, το αποτέλεσμα: Τι ακριβώς θα συμβεί στην πράξη από όσα είπε ο Πρωθυπουργός και τι θα αποδώσει, θα το δούμε. Κάποιες εξαγγελίες είναι βάσιμες- είχαν άλλωστε ωριμάσει από την προηγούμενη κυβέρνηση. Άλλες είναι στον αέρα. Κάποια κάποιες είναι ευσεβείς πόθοι.

Ωστόσο αν πάρουμε τοις μετρητοίς όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και το ύφος των πρωθυπουργικών ανακοινώσεων, θα θυμηθούμε τον Μίμη Φωτόπουλο και τη θρυλική ατάκα του: «Κι ύστερα θα κάαααθεσαι».

Οι πολίτες δεν έχουν να ανησυχούν πλέον για τίποτε, καθώς το επόμενο διάστημα η ζωή τους θα γίνει ανέφελη- χωρίς μάλιστα οι ίδιοι να κάνουν τίποτε. Αρκεί που ψήφισαν τη ΝΔ -και θα πληρώνουν τις αυξήσεις στο ρεύμα που επέβαλε ήδη.

Πολλά από όσα είπε ο Πρωθυπουργός έχουν το ενδιαφέρον τους και είναι εφικτά. Αλλά η ροπή στα μεγάλα λόγια και μετά τις εκλογές ήταν εμφανής.

Αν όλα αυτά είναι βάσιμοι στόχοι ή απλώς ωραιοποίηση του μέλλοντος και μετάθεση υποσχέσεων θα το δούμε σύντομα. Πάντως -παρότι η γενική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής κάθε άλλο παρά ευοίωνη δείχνει για τους πολίτες- η κυβέρνηση ελέγχει το ρυθμό των εξελίξεων και μπορεί ακόμη να …αυτοαξιολογείται. Εύλογο, δεν έκλεισε ούτε δίμηνο.

Έλλειμμα γενναιότητας

Εδώ τελειώνει η ανάγνωση του θαυματουργού 48ωρου της Θεσσαλονίκης όπως το σχεδίασε και υλοποίησε η κυβέρνηση- που διακήρυξε δια του Πρωθυπουργού ότι έχει κιόλας «αποδείξει ότι μπορεί να φέρει ανάπτυξη». Ακόμη δεν τον είδαμε…

Υπάρχει και η όψη όσων δεν είπε, ή δεν είπε καθαρά όταν του ζητήθηκε συγκεκριμένα. Για την ακρίβεια υπήρξε έλλειμμα γενναιότητας για να μην πούμε πρόθεση απόκρισης της αλήθειας. Και σε πολλά θέματα η διαχείριση της κυβερνητικής μεταβολής από την πλευρά του υπήρξε μίζερη.

Το πρώτο που παρέλειψε να πει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ότι είναι ο πρώτος Πρωθυπουργός τις τελευταίες δεκαετίες που παρέλαβε βιώσιμη οικονομία. Αυτό ακριβώς του επιτρέπει να προβαίνει αμέσως σε παροχές και όχι το «καλό σχέδιο» του. Π.χ. ο ΕΝΦΙΑ και η «13η σύνταξη» είναι έργο Τσίπρα. Αν το ταμείο ήταν μείον δεν θα μπορούσε να δώσει ούτε κουλούρι Θεσσαλονίκης.

Το δεύτερο είναι ότι η κυβέρνησή του απλώς υλοποιεί το προϋπολογισμό της προηγουμένης για το 2019. Αυτόν τον προϋπολογισμό ενέκριναν οι Θεσμοί το περασμένο φθινόπωρο και αυτά υλοποιεί η ελληνική κυβέρνηση- έστω και αν άλλαξε κομματικό πρόσημο εν τω μεταξύ. Τον δικό του δεν τον είδαμε ακόμη.

Άρα ο Τσίπρας δεν βαρύνεται μόνο με τα αρνητικά, αλλά πιστώνεται με τα θετικά τα οποία κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος χάρισε στον διάδοχο του. Ή αυτός τα σφετερίζεται.

Το τρίτο προκύπτει από τα δυο πρώτα. ΔΕΝ υπάρχει κανένα Τέταρτο Μνημόνιο, όπως κατά κόρον έλεγε προεκλογικά. Αν υπήρχε θα ήταν και ο ίδιος υποχρεωμένος να το υλοποιήσει. Αφού δεν το κάνει σημαίνει δεν υπάρχει και θα ήταν υπέρ του αν το διευκρίνιζε. Δεν παρέλαβε Μνημόνιο.

Τέταρτο, η κυβέρνηση παρέλαβε λυμένο ένα μείζον πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής, το οποίο το κόμμα του δημιούργησε το 1991-93. Το Μακεδονικό είναι τίτλος τιμής καρφιτσωμένος στο στήθος του Τσίπρα- με πολιτικό κόστος. Ο ίδιος δεν θα τολμούσε να αγγίξει, παρότι γνωρίζει την σημασία της λύσης για την Ελλάδα.

Θα ήταν λοιπόν προς τιμήν του να το αναγνωρίσει, όπως κάνει στις συνομιλίες του με τους Ευρωπαίους. Αντί να καταφεύγει σε παλαιοκομματισμούς και μισόλογα με επιλεγμένο λεξιλόγιο, ώστε να μη εκφωνήσει τον όρο Βόρεια Μακεδονία για τη γειτονική χώρα- όπως κάνει στην Ευρώπη.

Το πέμπτο σχετίζεται με το προηγούμενο και αφορά τη θέση της Ελλάδας στο διεθνή χώρο και ιδίως στη Ευρώπη. Δεν είναι κολακευτικό για τον Πρωθυπουργό να λέει, έστω και σε ήπιους τόνους, ότι με την εκλογή του απέκτησε αξιοπιστία η χώρα και με την πολιτική του ανακτά τη διεθνή εμπιστοσύνη.

Γνωρίζει ασφαλώς ότι παρέλαβε τη χώρα με υψηλό βαθμό αναγνώρισης της από τη διεθνή κοινότητα που δεν φείσθηκε επαίνων για τον προκάτοχό του και μάρτυς του ο Θεός αν στις συναντήσεις του του είπε κάποιος το αντίθετο.

Αν πάμε στο 2014 η χώρα ήταν περίγελος. Η υπεκφυγή ότι είναι ξεπερασμένο να αναφέρεται σε «καμένη γη» δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να πει ότι δεν παρέλαβε καμένη γη.

Το έκτο είναι ότι η προηγουμένη κυβέρνηση δεν άφησε σκάνδαλα, όπως συμβαίνει κατά κατά κανόνα τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα. Δεν ήταν πολύ σοβαρή η αναφορά του στον… Πετσίτη, αν αναλογιστούμε τι έχουν αφήσει πίσω το κόμμα του και το ΠΑΣΟΚ κατά καιρούς.

Η αμφισημία του για σύσταση -Εξεταστικών Επιτροπών για πρόσωπα και πεπραγμένα των προκατόχων του -είναι παλαιοκομματική πρακτική και χτύπημα κάτω από τη μέση.

Τι σημαίνει ότι ενώ από τη μια δεν θέλει παρελθοντολογία -δεν κάνει φυσικά χάρη σε κάποιον- κι από την άλλη θα «ερευνηθούν» κάποιες υποθέσεις; Και σε ποιον απευθύνεται όταν λέει ότι είναι «θέμα της Βουλής» ή της Δικαιοσύνης και όχι της κυβέρνησης; Τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε η χώρα το ίδιο Σύνταγμα και τους ίδιους νόμους;

Έβδομο είναι ότι η υπεκφυγή του στο θέμα της Προεδρίας της Δημοκρατίας συνιστά θεσμικό παιχνίδι. Ο Πρωθυπουργός έχει όλα τα δεδομένα υπόψη του και είναι απορίας άξιο γιατί αποφεύγει να πάρει θέση.

Η χώρα έχει απολύτως επιτυχημένο ανώτατο άρχοντα που κέρδισε το δικαίωμα στη δεύτερη θητεία ασκώντας τα καθήκοντα του σε δύσκολες συνθήκες.

Τι τον εμποδίζει να αναγγείλει ότι θα προτείνει τον Προκόπη Παυλόπουλο, όταν επιπλέον εξασφαλίζει τη συναίνεση στη οποία αναφέρθηκε δεδομένου ότι υπάρχει δήλωση του δευτέρου μεγάλου κόμματος και πολλών στελεχών της ΝΔ υπέρ του σημερινού προέδρου;

Γιατί κρατάει κλειστά τα χαρτιά του με κίνδυνο να του καταλογιστεί προσωπικός υπολογισμός, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν είχε ψηφίσει τον σημερινό πρόεδρο, ενώ έκανε λάθος, όπως αποδείχθηκε, αλλά και εμμέσως συνάγεται από τις δικές του δηλώσεις για τις σημερινές σχέσεις τους;

Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ