Θλιβερό ναυάγιο για το «βαρκάκι» των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας 16 χρόνια μετά

Δεκάξι χρόνια μετά την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας κι ακόμη κάποιοι περιμένουν το χάρτινο βαρκάκι να τους περάσει «απέναντι». Μάταια!

Το βαρκάκι πάει, χάθηκε· άλλωστε χάρτινο ήταν, κάποτε θα βούλιαζε στον βυθό των ψευδαισθήσεων τραβώντας κι εμάς κάτω, εκεί που φως δεν φθάνει και ήχοι μοναχά θανάτου ακούγονται: Στον βυθό της Ελλάδας!

Σαν σήμερα μετά 16 χρόνια: Ήταν η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας! Ρίγη συγκίνησης από τους θεατές που μπρος από τα μάτια τους παρέλασε όλη η αρχαιοελληνική λάμψη και η νεοελληνική θαμπάδα.

Ρίγη συγκίνησης κι από τους μεγαλοεργολάβους που δεν πρόφταιναν να μετρούν ευρώ και να καταθέτουν στην Ελβετία. Ρίγη συγκίνησης κι από την κυβέρνηση που είχε και τους σκύλους χορτάτους και τις πίτες ολόκληρες. Κι εμείς οι ταπεινοί; Εμείς που μας ξέρουν πέντε συγγενείς, η μάνα μας και τρεις γειτόνοι; Εμείς οι θεατές στις παρελάσεις και τα σκαλιά για τους δυνατούς; Εμείς;

Άσε μας εμάς. Εμείς κοιμηθήκαμε νωρίς εκείνη τη νύχτα με βουρκωμένα μάτια από τον ιστορικό παροξυσμό και με ταχυπαλμία από την εθνική διέγερση… Κι όταν ξυπνήσαμε είχαν έρθει τα σύννεφα: μνημόνια, φτώχεια, ερήμωση, κομμένες συντάξεις, κομμένα δώρα κι επιδόματα.

Έφυγαν οι παλιοί που είχαν κάνει τις δουλειές τους κι είχαν έρθει οι «άλλοι» που έλεγαν ότι «λεφτά υπάρχουν» κι έφεραν ΔΝΤ και Ε.Τ να μας δανείσουν.

Ήρθαν κι οι επόμενοι, που μας σαμάρωσαν και μας έσυραν στο αλώνι της μιζέριας και της εξαθλίωσης. Μετά να κι οι «αριστεροί» με την πλώρη στα δεξιά. Κι ύστερα των όχλων τα ξαφρίσµατα, κι ύστερα όλα της ζωής τ’ αποκαΐδια, κι όσοι σπέρνουν λόγια μεγάλα και κι όσοι θερίζουν το χρυσάφι πέρασαν από τις πλάτες μας. Μετά, να ο κορονοϊός, να οι κακοτυχίες, να η πανδημία να το θανατικό.

Και περάσανε χρόνια πολλά μέσα σε ένα βράδυ και το «επόμενο» πρωινό σαν ξύπνησες, αν ξύπνησες, κάθισες και το ξανασκέφτηκες: Ρε ποιοι Ολυμπιακοί Αγώνες και ποιες τελετές έναρξης και ποια λαμπρή Ελλάδα; Μήπως ξανά με πιάσανε κορόιδο;

Ακόμα, 16 χρόνια μετά, ψάχνουν απαντήσεις αμέτρητα ερωτήματα. Ακόμα, 16 χρόνια μετά, κάποιοι πιστεύουν ότι ο Κεντέρης κι η Θάνου πιάστηκαν ντοπαρισμένοι γι’ αυτό δεν έτρεξαν… Ακόμα, 16 χρόνια μετά, κάποιοι περιμένουν ακόμα να ξημερώσει για να ‘ρθει εκείνο το βαρκάκι να μας περάσει «απέναντι».

Ολοένα και λιγοστεύουμε εμείς που τα «ζήσαμε» και τα θυμόμαστε. Κι όταν πεθάνω, όπως λέει ο ποιητής, θέλω να γράψουν στον τάφο μου: «Έζησε στὰ σύνορα μιᾶς ἀκαθόριστης ἡλικίας καὶ πέθανε γιὰ πράγματα μακρινὰ ποὺ ……εἶδε κάποτε σ᾿ ἕνα ἀβέβαιο ὄνειρο.».

Δεκαέξι χρόνια μετά για βαρκάκια θα μιλάμε; Για την ώρα, στον ορίζοντα Orus Reic…

Γράφει ο Νίκος Τζιανίδης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ