Θα μιλάμε. Να μιλάμε! Η ακατάσχετη φλυαρία… της μοναξιάς

«Ετοιμάσου για ακατάσχετη φλυαρία!», μου είπε και άρχισε να μου εξηγεί πως η μητέρα της δε σταματά να μιλά. «Από την ώρα που θα μπω στο σπίτι μέχρι την ώρα που θα βγω μου μιλά. Μιλάει ακόμα κι όταν της μιλάω. Μου μιλάει κι όταν δεν είμαι εκεί! Μου αραδιάζει ένα σωρό πράγματα για πρόσωπα και καταστάσεις που δεν έχω ιδέα ποια είναι! Τα πιο πολλά τα ’χει δει στην τηλεόραση σε κάτι απίθανες εκπομπές που βλέπει! Να φανταστείς αυτή η φλυαρία είναι η μοναδική αιτία για την οποία τσακωνόμαστε!», λέει και γελά δυνατά – ενθυμούμενη προφανώς τους λόγους που τσακώνονταν παλιότερα μάνα και κόρη, μερικούς από τους οποίους βέβαια τους ήξερα κι εγώ!

«Μόνο σε εσένα μιλά;», τη ρώτησα και τα γέλια της σταμάτησαν απότομα. «Τι εννοείς;», με ρώτησε. «Λέω, βρε παιδί μου, με τις φίλες της όταν βγαίνει έξω μιλά ακατάσχετα επίσης;».

«Μα, με ποιες φίλες της; Δεν έχει. Δε βγαίνει έξω. Μόνο στην εκκλησία πάει κι αυτό όταν έχει κανενός γνωστού το μνημόσυνο», μου είπε.

Στο υπόλοιπο της διαδρομής δεν ξαναμιλήσαμε για τη μαμά της. Μου μιλούσε για τη δουλειά της, τα όσα έχει υπομείνει στα χρόνια της κρίσης, για τις θυσίες που έκανε και την υπερπροσπάθεια να μη χρειαστεί να αφήσει την γκαρσονιερίτσα της για να επιστρέψει στα πατρογονικά. «Να την έχω να μου μιλά συνέχεια; Ούτε στα χειρότερά μου όνειρα! Θα τη σκότωνα ή θα σκοτωνόμουν!», μου είπε.

Φτάσαμε επιτέλους στο πατρικό της. Τη μητέρα της, την κ. Γεωργία, είχα χρόνια να τη δω. Η μορφή της όμως ήταν πάντα στο μυαλό μου κι η ζεστασιά της φωνής της με συντρόφευε στα δύσκολα.

«Κορίτσια, ελάτε! Έτοιμα τα πρωινά σας», μας φώναζε κάτι Σάββατα που έμενα σπίτι τους. Έτρεχα πρώτη εγώ πιο πολύ για να μετρήσω τα δεκάδες καλούδια που από το χάραμα είχε σηκωθεί για να ετοιμάσει. Και κάθε φορά τα έβγαζα πιο πολλά από την προηγούμενη!

Τα κυριακάτικα τραπέζια στο σπίτι τους ήταν απόλαυση. Πάντα υπήρχε κόσμος πολύς! Χρειάζονταν άλλωστε, για να φαγωθούν όλα αυτά που ετοίμαζε η κ. Γεωργία. Πίτες και σαλάτες, γιουβέτσι με μοσχαράκι και γλυκά, ως και ψωμάκια με σχέδια για εμάς τα παιδιά… κουβέντες ζωηρές και γέλια και τραγούδια! Και πολλή μα πολλή αγάπη.

Κι ύστερα ο κ. Παναγιώτης, ο άντρας του σπιτιού, αρρώστησε. Νοσοκομεία, γιατροί, εξετάσεις, ακτινοβολίες… Ησυχία στο σπίτι κι αγωνία πίσω από κλειστές πόρτες. Σώπασαν τα γέλια και τα τραγούδια σταμάτησαν. Κι εγώ δεν πήγαινα συχνά πια. Κι ας με καλούσε η Νίκη.

Κι ύστερα έφυγε νικημένος από τον καρκίνο ο κ. Παναγιώτης. Το σπίτι έκλεισε. Τις Κυριακές πια δε μαζευόταν κόσμος. Μόνο η κ. Γεωργία κι η κόρη της, η Νίκη, κάθονταν στο τραπέζι. Καμιά φορά κι εγώ.

Κι ύστερα μεγαλώσαμε… Κι η Νίκη έφυγε για να σπουδάσει. Κι έμεινε μόνο η κ. Γεωργία στο τραπέζι. Και στο χολ. Και στην αυλή. Μόνη της. Όλοι εκείνοι οι φίλοι κι οι συγγενείς που γέμιζαν το σπίτι της «τα καλά χρόνια» δεν υπήρχαν πια. Αλήθεια, τι παθαίνουν οι άνθρωποι κι απομακρύνονται στα δύσκολα;

Είχα φύγει κι εγώ.

Κι ύστερα η Νίκη γύρισε. Στην πόλη, όχι στο πατρικό. Έπιασε τη γκαρσονιερίτσα κι έστησε εκεί τη ζωή της. Μακριά από τη κ. Γεωργία, που εξακολουθούσε να μένει μόνη στο ίδιο μεγάλο σπίτι με την τεράστια αυλή.

Μόνη της παρέα η τηλεόραση. Καμιά φορά και το ραδιόφωνο. Με τα μικρά τους αποκαλούσε όλα τα πρόσωπα της τηλεόρασης. Έτσι κι αλλιώς, μ’ αυτά τα πρόσωπα βρισκόταν κάθε μέρα. Η Ελένη, η Φαίη κι ο Νίκος. Η Κατερίνα κι η Ιωάννα, ο Γιώργος κι η Γωγώ… Ο Σπύρος κι ο Μιχάλης… «Όταν μένουμε μόνοι για πολύ καιρό, γεμίζουμε τον κενό χώρο με φαντάσματα», δεν έλεγε ο Μωπασσάν; Αυτό.

Μια ολόκληρη παρέα που πέρναγε μαζί τους τη ζωή της κι έχτιζε αναμνήσεις. Κι όπως συμβαίνει πάντα στις παρέες, τα νέα των “φίλων” της τα μετέφερε και στην κόρη της, που εκνευριζόταν γιατί μ’ αυτούς δεν είχε σχέση κι επαφή. Κι όσο η Νίκη εκνευριζόταν, τόσο η κ. Γεωργία “δοκίμαζε” τις φωνητικές της χορδές. Έψαχνε, φαίνεται, την επιβεβαίωση πως δουλεύουν ακόμα…

Λίγο πριν κάτσουμε στο τραπέζι, ειδοποίησαν τη Νίκη από τη δουλειά. Κάτι έκτακτο έτυχε κι έπρεπε να φύγει. Σκοτείνιασε η κ. Νίκη, αλλά παρηγορήθηκε από την παρουσία μου. «Θα ’ρθω το πρωί!», μας είπε κι έφυγε τρέχοντας. Είχε προλάβει βέβαια να μου στείλει μήνυμα στο messenger πως έχει ωτοασπίδες στο πρώτο συρτάρι του γραφείου στο παιδικό της υπνοδωμάτιο.

«Θα τις χρειαστείς», μου έγραφε και δίπλα το γελώντας μέχρι δακρύων emoji.

Τρεις ώρες ήμασταν στο τραπέζι με την κ. Γεωργία. Τρεις ώρες δεν πήρε ανάσα. Κι εγώ την άκουγα με προσοχή. Και τη ρωτούσα να μου εξηγήσει ποιος είναι ποιος και τι κάνει. Κι εκείνη μιλούσε και μιλούσε και μιλούσε… Πρόσωπα, γεγονότα, ιστορίες… Κι εγώ να ρωτώ απορίες ανύπαρκτες, αλλά πραγματικές. Κι εκείνη να απαντά. Και κάποια στιγμή σταμάτησε.

«Σε κούρασα;», με ρώτησε με αγωνία. Την κοίταξα στα μάτια. Υγρά μάτια μα γεμάτα αγάπη και καλοσύνη. «Θα μείνω εδώ. Το θυμάστε που το συμφωνήσαμε; Θα μένω μαζί σας για τα επόμενα χρόνια. Θα καθόμαστε μαζί στο τραπέζι τις καθημερινές και τις Κυριακές. Θα πίνουμε μαζί τον καφέ μας τα απογεύματα. Θα μιλάμε. Κάθε μέρα θα μιλάμε», της είπα.

Με κοίταξε στα μάτια για μια στιγμή μονάχα και πετάχτηκε όρθια με τον ενθουσιασμό κοριτσόπουλου. «Θα φέρω το γλυκό», μου είπε και χάθηκε στην κουζίνα. «Πρέπει να το δοκιμάσεις! Το έκανε ο Άκης στην τηλεόραση και του ’κλεψα τη συνταγή! Είναι πολύ καλός ο Άκης! Κι ωραίο παλικάρι! Αλήθεια, εσύ; Άφησες πίσω σου κανένα παλικάρι;», με ρώτησε καθώς ερχόταν κουβαλώντας μια σοκολατένια κόλαση! Τράβηξα πίσω την καρέκλα και ξεκούμπωσα το πρώτο κουμπί στο παντελόνι. «Θα μιλάμε και θα τρώμε», σκέφτηκα και της χαμογέλασα.

Γράφει η Μαίρη Καριωτάκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ