Ποιοι είναι αυτοί που βάζουν τις φωτιές;

Aυτό το έγκλημα, με όπλο τον αναπτήρα, ίσως τους δίνει μια μεγάλη, κρυφή δύναμη: ότι μπόρεσαν να κινητοποιήσουν έναν ολόκληρο κυβερνητικό μηχανισμό για πάρτη τους
Το πρωί της Τρίτης η Αθήνα ξύπνησε από τους τρομακτικούς βόμβους πολλών εναέριων μέσων που πετούσαν από πάνω της και όσοι είμαστε εδώ καταλάβαμε ότι άλλη μια φωτιά έχει ξεκινήσει άνιση μάχη με τα δέντρα. Άλλωστε, η μυρωδιά του καμένου ξύλου τρύπωνε στα ρουθούνια μας, για να μην αφήσει καμία αμφιβολία ότι οι φλόγες της φωτιάς ταΐζονται από κάποιο δάσος.

Τελικά, το πύρινο μέτωπο ήταν στην Εύβοια και στη Θήβα, τόσο μακριά από την πρωτεύουσα, αλλά και τόσο κοντά, αφού όλη η Ελλάδα μια γειτονιά είναι. Μια γειτονιά που και φέτος γέμισε καμένες εκτάσεις, ενώ η χώρα μας ζει το -περασμένο- μεγαλείο της ανάμεσα σε εναλλασσόμενες έκτακτες επικαιρότητες: πύρινη λαίλαπα το καλοκαίρι, πλημμύρες από φθινόπωρο και μετά.

Αλήθεια, ποιοι βάζουν τις φωτιές; Ένα ερώτημα που καίει το μυαλό μου κάθε καλοκαίρι, την ίδια ώρα που οι ανόητες θεωρίες που αναπτύσσονται σε καφετέριες και καφενεία κάνουν λόγο είτε για την όποια «αντιπολίτευση» -η οποία, σύμφωνα με το… σκεπτικό κάποιων, «έχει ως στόχο να αποσταθεροποιήσει την κυβέρνηση και να φανεί αδύναμη»- είτε για «παρακρατικούς», για «Τούρκους», για «Βορειομακεδόνες», για «αχάριστους Αλβανούς» κ.λπ.

Ο κατάλογος της ηλίθιας και αστήρικτης συνωμοσιολογίας και των σχετικών σεναρίων δεν έχει τέλος, ενώ στα παραπάνω προστίθενται εκείνοι που όντως πέταξαν αναμμένο τσιγάρο, εκείνοι που πήγαν να βάλουν φωτιά σε ξερόχορτα για να «καθαρίσουν» το χωράφι τους, εκείνοι που ξεκίνησαν την ηλεκτροκόλληση για να φτιάξουν τα κάγκελα του σπιτιού τους. Βέβαια, οι 67 φωτιές μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, είναι πάρα πολλές για να κατηγορηθούν μόνο ηλικιωμένοι που ήθελαν «καθαρό» το κτήμα τους. Και, έτσι, υπάρχουν οι εμπρηστές, αυτοί που βάζουν φωτιές επίτηδες, για διάφορους λόγους – από προσπάθεια καταπάτησης γης, μέχρι πυρομανείς.

Αλήθεια, τώρα που η Ελλάδα καίγεται, πώς να νιώθουν; Τέτοιες ώρες έχω πολλές ερωτήσεις – είπαμε, η φωτιά καίει το μυαλό μου. Πόσοι να ήταν, άραγε; «Λογικά», ενώ δεν υπάρχει λογική σε όλο αυτό, πρέπει να κατέβηκαν από τα αυτοκίνητά τους, να μπήκαν μέσα στο δάσος και μετά να άναψαν τις φωτιές ταυτόχρονα. Έπειτα, γρήγορα και «παστρικά», μπήκαν στα αυτοκίνητά τους και έφυγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Άλλοι μπορεί να πήγαν μακριά, κυοφορώντας το άλλοθί τους, άλλοι μπορεί να έμειναν κοντά, αφού είναι βέβαιο πως αρκετοί δράστες παρακολουθούν το έγκλημα που έχουν κάνει παριστάνοντας τους άσχετους – «πω, πω, ρε παιδιά, μας κάψανε τον τελευταίο πνεύμονα πρασίνου».

Και βάζουν ένα αληθινό κλισέ μέσα στις λέξεις τους, για να δείξουν πόσο πονάνε τον τόπο που τους θρέφει, που τους ζει. Μετά ίσως πάνε στα σπίτια τους, στις οικογένειές τους -αν έχουν- και θα βλέπουν τι έκαναν, από την τηλεόραση, μέσα από τα τηλεοπτικά πλάνα, και είναι τόσο διαταραγμένοι που θα ηδονίζονται βλέποντας τους ηρωικούς πυροσβέστες να παλεύουν με τις φλόγες τις φάουσες. Kάποιοι μπορεί και να μαλώνουν, την ίδια ώρα, τα παιδιά τους, επειδή έκαναν κάποια αταξία – για αυτούς ίσως είναι εγκληματικό να στάξει μια σταγόνα από το καρπούζι στη βεράντα. Ύστερα, σκέφτονται πόσα αργύρια πήραν από οικοπεδοφάγους για να προετοιμάσουν το έδαφος για την επόμενη καταπάτηση ή βλέπουν από την τηλεόραση στο σαλόνι άλλες φλόγες, σε άλλο σημείο της χώρας και βυθίζονται στην πυρομανή ονείρωξή τους, στον Νέρωνα που κουβαλάνε μέσα τους και χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης.

Βλέπετε, οι εγκληματίες και τα καθάρματα είναι, κατά τ’ άλλα, «κανονικοί άνθρωποι». Πηγαίνουν στις δουλειές τους, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, μπορεί να είναι γενικά καλοί άνθρωποι, η γειτονιά δεν κατάλαβε τίποτα τόσα χρόνια, «αφού ήταν πάντα ευγενικός, με την οικογένειά του, τη δουλειά του, την εκκλησία κάθε Κυριακή…».

Απλώς, μωρέ, έβαλαν και αυτό το έγκλημα με όπλο τον αναπτήρα στη ζωή τους κι αυτό ίσως τους δίνει και μια μεγάλη, κρυφή δύναμη: ότι μπόρεσαν να κινητοποιήσουν έναν ολόκληρο κυβερνητικό μηχανισμό για πάρτη τους – σκεφθείτε πόσο μίζερη είναι η ζωή τους, αναλογιστείτε πόσο λίγοι, πόσο τιποτένιοι νιώθουν. Και δεν το νιώθουν, απλώς, σίγουρα είναι. Είναι οι ίδιοι που παίρνουν κουράγιο από το γεγονός ότι, επί τόσα χρόνια, ελάχιστοι εμπρηστές πιάστηκαν, ακόμα πιο λίγοι από δαύτους τιμωρήθηκαν παραδειγματικά για το κακό που έκαναν στην κοινωνία, για τις καθαρές ανάσες που της έκοψαν.

Ήταν πρωί Τρίτης στην Αθήνα, σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, όπου τα ελικόπτερα και τα αεροσκάφη δεν σταμάτησαν να πετούν προσπαθώντας να σώσουν ό,τι σώζεται, ήταν πρωί στην πόλη που δεν έχει μόνο αγγέλους, αλλά και καθάρματα. Και μπορεί να μην πιστεύεις στην Κόλαση, αλλά θα ήθελες να δεις αυτές τις μαύρες ψυχές να καίγονται εκεί…

Σπύρος Σεραφείμ – ethnos.gr

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. […] Αλήθεια, ποιοι βάζουν τις φωτιές; Ένα ερώτημα που καίει το μυαλό μου κάθε καλοκαίρι, την ίδια ώρα που οι ανόητες θεωρίες που αναπτύσσονται σε καφετέριες και καφενεία κάνουν λόγο είτε για την όποια «αντιπολίτευση» -η οποία, σύμφωνα με το… σκεπτικό …Read more […]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ