Όταν οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές

Αυτοδύναμη κυβέρνηση σχημάτισε στις εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου 1956 η η Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις (ΕΡΕ) του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αν και έλαβε 26.000 ψήφους λιγότερες από τον συνασπισμό κομμάτων Δημοκρατική Ένωση, με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπανδρέου που πλειοψήφησε.

Αυτές ήταν οι πρώτες βουλευτικές εκλογές στη χώρα όπου στις κάλπες προσήλθαν και γυναίκες καθολικά.

Σημειώνεται ότι πρώτη φορά που συμμετείχαν γυναίκες στην εκλογική διαδικασία ήταν στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου του 1934. Όμως, δικαίωμα εκλέγειν είχαν μόνο εκείνες που είχαν συμπληρώσει το 30ό έτος ηλικίας τους και είχαν τουλάχιστον απολυτήριο Δημοτικού.

Ωστόσο, 22 χρόνια μετά, όλες οι Ελληνίδες είχαν δικαίωμα ψήφου και μπορούσαν να ψηφίσουν σε βουλευτικές εκλογές αλλά και να εκλεγούν.

Συγκεκριμένα, η Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και η Βάσω Θανασέκου της Δημοκρατικής Ένωσης μπήκαν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, με την Τσαλδάρη να γίνεται η πρώτη γυναίκα υπουργός, καθώς ανέλαβε το υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή.

Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν ένας αιώνας ώσπου να γίνει πράξη η καθολική ψηφοφορία, που είχε κατοχυρωθεί ήδη στο Σύνταγμα του 1864, με την αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη στις γυναίκες.

Αναλυτικά, όσον αφορά στην εκλογική αναμέτρηση της 19ης Φεβρουαρίου του 1956, συνασπίστηκαν 7 κόμματα στη Δημοκρατική Ένωση, για να αντιμετωπίσουν την ΕΡΕ που είχε ιδρύσει το 1955 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αξιοσημείωτο είναι ότι για πρώτη φορά τα αστικά κόμματα δέχτηκαν να συμμαχήσουν με την ΕΔΑ, η οποία δεχόταν κατηγορίες από την ίδρυση της το 1951 πως κυριαρχείται από κομμουνιστές. Στόχος της Δημοκρατικής Ένωσης, με την τόσο ετερογενή σύσταση, ήταν να καταλάβει την εξουσία και να διεξάγει εκ νέου εκλογές με αναλογικό σύστημα.

Παρ’ όλα αυτά η ΕΡΕ κατέλαβε 165 έδρες, δηλαδή το 55% επί του συνόλου των εδρών, κατορθώνοντας να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Το εκλογικό σύστημα, που έγινε από την κυβέρνηση Καραμανλή, σκοπό είχε τον περιορισμό της δύναμης της Δημοκρατικής Ένωσης.

Στις εκλογικές περιφέρειες όπου η ΕΡΕ ήταν αδύναμη (κυρίως στα αστικά κέντρα) ίσχυε η απλή αναλογική. Στην επαρχία όπου η ΕΡΕ είχε σημαντική δύναμη ίσχυε το πλειοψηφικό. Αποτέλεσμα ήταν η ΕΡΕ με λιγότερες ψήφους πανελλαδικά (στην Ηλεία δεν εξελέγη ούτε ένας βουλευτής από την ΕΡΕ και 2ο κόμμα ήταν το κόμμα του Στεφανόπουλου), να λάβει περισσότερες έδρες στη Βουλή και να σχηματίσει μάλιστα αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Στην εκλογική περιφέρεια Ροδόπης κατατέθηκε ένσταση στο Εκλογοδικείο από τους ηττημένους υποψηφίους αναφορικά με τον τρόπο ψηφοφορίας των Μουσουλμάνων κατοίκων στην εν λόγω περιφέρεια Το εκλογικό σύστημα, που εφαρμόστηκε, όπως περιγράφεται στο Ν.3457/1955 (ΦΕΚ 340/22-12-1955), ονομάστηκε “τριφασικό” επειδή συνδύαζε το πλειοψηφικό, το ημιανολογικό και το αναλογικό σύστημα.

Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, οι έδρες κάθε εκλογικής περιφέρειας παραχωρούνταν στον πρώτο (επιτυχόντα) συνδυασμό με συμμετοχή και του δεύτερου (επιλαχόντα) συνδυασμού (Άρθρο 15, Παρ. 1). Ως επιτυχών σε κάθε εκλογική περιφέρεια θεωρούνταν κάθε συνδυασμός κόμματος ή συνασπισμού κομμάτων ή ανεξαρτήτων, που εξασφάλιζε τη σχετική πλειοψηφία, δηλαδή τις περισσότερες έγκυρες ψήφους (Άρθρο 15, Παρ. 1 εδ. α’) καθώς και κάθε μεμονωμένος υποψήφιος, που απολάμβανε τη σχετική πλειοψηφία καταλαμβάνοντας (φυσικά) μία έδρα (Άρθρο 15, Παρ. 1 εδ. β’).

Προϋπόθεση κατακύρωσης εδρών στον επιλαχόντα συνδυασμό ήταν η συγκέντρωση ενός ελάχιστου εκλογικού ποσοστού σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, το οποίο ορίστηκε στο 15% εφόσον ο συνδυασμός ήταν ένα κόμμα (Άρθρο 15. Παρ. 3, εδ. α’) και στο 25% εφόσον ο συνδυασμός ήταν συνασπισμός κομμάτων (Άρθρο 15. Παρ. 3, εδ. β’).

Η κατανομή των εδρών γινόταν ως εξής:

Α. Στις περιφέρειες μικρότερων ή ίσων των δέκα εδρών εφαρμόστηκε το πλειοψηφικό σύστημα με περιορισμένη εκπροσώπηση της μειοψηφίας, με το δεύτερο συνδυασμό να καταλαμβάνει ποσοστιαία (ανεξάρτητα από την τοπική εκλογική του δύναμη) το 30% των διαθέσιμων εδρών κάθε περιφέρειας, με στρογγυλοποίηση προς τον κατώτερο ακέραιο αριθμό (Άρθρο 15. Παρ. 4).

Ως εκ τούτου: Στις μονοεδρικές, διεδρικές και τριεδρικές περιφέρειες ο πρώτος συνδυασμός καταλάμβανε πλειοψηφικά όλες τις έδρες, στις περιφέρειες με τέσσερις, πέντε και έξι έδρες, ο δεύτερος καταλάμβανε τη μια έδρα και ο πρώτος τις υπόλοιπες, στις περιφέρειες με επτά, οκτώ και εννέα έδρες, ο δεύτερος καταλάμβανε τις δύο έδρες και ο πρώτος τις υπόλοιπες και στις περιφέρειες με δέκα έδρες, ο δεύτερος καταλάμβανε τις τρεις έδρες και ο πρώτος τις υπόλοιπες επτά έδρες.

Β. Για τις περιφέρειες άνω των δέκα εδρών, παραχωρούνταν στον επιλαχόντα συνδυασμό ο αριθμός εδρών, που αναλογούσε στην τοπική εκλογική του δύναμή σε σχέση με το άθροισμα των εκλογικών δυνάμεων του επιτυχόντος και επιλαχόντος (Άρθρο 15. Παρ. 5).

Τυχόν έδρες που δικαιούνταν επιλαχόντες συνδυασμοί, που δεν πληρούσαν την προηγούμενη προϋπόθεση, κατακυρώνονταν στους επιτυχόντες συνδυασμούς (Άρθρο 15. Παρ. 6, εδ. α’). Επίσης, σε περίπτωση, που επιλαχόντες συνδυασμοί πληρούσαν την προϋπόθεση, αλλά δεν είχαν επαρκείς υποψηφίους για τις κερδισμένες έδρες, τότε οι κενές έδρες περιέρχονταν στον επιτυχόντα συνδυασμό (Άρθρο 15. Παρ. 6, εδ. β’). Και στην περίπτωση επιτυχόντων μεμονωμένων υποψηφίων ή συνδυασμών χωρίς επαρκείς υποψηφίους για τις κερδισμένες έδρες, τότε οι κενές έδρες παραχωρούνταν κατά σειρά και μέχρις εξαντλήσεως στους επόμενους μεμονωμένους υποψηφίους ή συνδυασμούς, ακόμη και αν δεν πληρούσαν την παραπάνω προϋπόθεση (Άρθρο 15. Παρ. 7).

Βεβαίως, οι κερδισμένες έδρες κάθε συνδυασμού παραχωρούνταν στους υποψηφίους τους κατά τη φθίνουσα σειρά προτίμησης αυτών (Άρθρο 15. Παρ. 8). Στην εξαιρετική περίπτωση ισοψηφίας δύο ή περισσότερων επιτυχόντων συνδυασμών, τότε όλες οι διαθέσιμες έδρες της περιφέρειας κατακυρώνονταν εξ ίσου μεταξύ των συνδυασμών, που ισοψήφησαν, και καταλαμβάνονταν από τους υποψηφίους τους κατά φθίνουσα σειρά προτίμησης (Άρθρο 16, Παρ. 1, εδ α’), ενώ όσες έδρες δε μπορούσαν να ισομοιραστούν, παραχωρούνταν κατά φθίνουσα σειρά ψήφων προτίμησης μεταξύ των υπολοίπων ανεξαιρέτως υποψηφίων των ισοψηφούντων συνδυασμών (Άρθρο 16, Παρ. 1, εδ β’).

Στην επίσης εξαιρετική περίπτωση ισοψηφίας δύο ή περισσότερων επιλαχόντων συνδυασμών, τότε οι εν λόγω έδρες κατανέμονταν μόνο μεταξύ των ισοψηφούντων συνδυασμών, που επιπλέον πληρούσαν την παραπάνω προϋπόθεση, εφαρμόζοντας αντίστοιχα την παραπάνω διαδικασία. Εάν ένας μόνο από τους ισοψηφούντες συνδυασμούς πληρούσε την προϋπόθεση, τότε οι έδρες παραχωρούνταν σε εκείνο μόνο το συνδυασμό (Άρθρο 16, Παρ. 2).

Πιο συγκεκριμένα, για την κατανομή των εδρών σε περιφέρειες άνω των δέκα εδρών, σε καθέναν από τους δύο συνδυασμούς παραχωρούνταν τόσες έδρες όσες φορές περιέχεται το πηλίκο (στρογγυλοποιημένο προς τον κατώτερο ακέραιο αριθμό) του αθροίσματος των εκλογικών δυνάμεων δια του πλήθους των εδρών στην εκλογική δύναμη εκάστου εκ των δύο συνδυασμών. Εάν μετά από αυτή τη διαδικασία υπήρχε αδιάθετη έδρα, τότε η έδρα παραχωρούνταν στον συνδυασμό με το μεγαλύτερο υπόλοιπο εκλογικής δύναμης από τη διαίρεση (Άρθρο 17, Παρ. 1).

Σε περίπτωση ισοψηφίας δύο ή περισσότερων επιλαχόντων σε περιφέρειες άνω των δέκα εδρών, τότε στο άθροισμα δε λαμβάνονταν οι εκλογικές δυνάμεις όλων των ισοψηφούντων, αλλά μόνο του ενός μαζί με εκείνη του επιτυχόντος. Έπειτα, οι κατανομή των εδρών, που δικαιούνταν οι επιλαχόντες, γίνονταν μεταξύ τους, με την παραπάνω διαδικασία για τους ισοψηφούντες επιλαχόντες (Άρθρο 17, Παρ. 2).

Τέλος, σε περίπτωση κρίσιμης ισοψηφίας μεταξύ υποψηφίων είτε επιτυχόντος είτε επιλαχόντος συνδυασμού, προβλεπόταν κλήρωση μεταξύ των ισοψηφούντων σε δικαστήριο. Το όνομα, που αναδείκνυε η κληρωτίδα, ανακηρύσσονταν βουλευτής (Άρθρο 18).

enikos.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ