Οι Έλληνες που τρελαίνουν τους Γερμανούς με γύρο και μουσακά

Ελληνική ταβέρνα «Νεφέλη»! Το… hot point της έθνικ κουζίνας στη Βαυαρία και στο αλπικό τοπίο του Tegernsee έχει ελληνικό άρωμα. Αυτό λοιπόν μας «άνοιξε την όρεξη» για να γνωρίσουμε από κοντά το success story δύο Ελληνόπουλων, του Αγγελου και του Δημήτρη Μπούγλα από τα Τρίκαλα, που δημιουργούν τη μια ελληνική ταβέρνα μετά την άλλη στη Γερμανία, μέσα στην οικονομική κρίση και την πανδημία, και πάνε σφαίρα!

 

Η «Εspresso», με τη βοήθεια του Ανέστη Αντωνίου, του Ελληνα επιχειρηματία από την Καστοριά που δραστηριοποιείται με τεράστια επιτυχία στη Γερμανία με καταστήματα δερμάτινων ειδών, βρέθηκε στο ελληνικό εστιατόριο!

Η αρωγή του Ανέστη ήταν μεγάλη στην παραμονή μας στη Βαυαρία. Το κρατίδιο της Γερμανίας βρίσκεται ένα βήμα πριν από το lockdown και για την άνετη μετακίνησή μας δεν χρειαζόταν μόνο το ευρωπαϊκό πιστοποιητικό εμβολιασμού, αλλά και rapid test από Γερμανό γιατρό, σε εξειδικευμένο ιατρικό εργαστήριο. Με τα αγγλικά μας και το χαμόγελό μας δουλειά δεν γινόταν…

Τα άψογα γερμανικά του Ανέστη μάς έφεραν στο κινητό μας τα αποτελέσματα του rapid test και με τη βούλα του βαυαρικού κρατιδίου, παρακαλώ πολύ… και έτσι άρχισε το ρεπορτάζ μας. Με όλη τη γραφειοκρατία στο τηλέφωνό μας και με τη μάσκα στο πρόσωπο πήγαμε να συναντήσουμε το ελληνικό επιχειρηματικό πνεύμα στα καλύτερά του, με διαβατήριο τι άλλο (;) από την ελληνική κουζίνα.

Την πόρτα του γερμανικού εστιατορίου «Νεφέλη» μάς άνοιξε η όμορφη μελαχρινή σύζυγος του Άγγελου Μπούγλα, στις 11 το πρωί της Κυριακής. H Κατερίνα Βόρρα από τη Λάρισα μας κέρασε καφέ στη φιλόξενη αίθουσα της «Νεφέλης» και άρχισε τη διήγηση: «Στη Γερμανία ήρθα μόνη μου πριν από οκτώ χρόνια για δουλειά πάνω στον τομέα της εκπαίδευσης και μετά γνώρισα και τον άνδρα μου τον Αγγελο, όπου οι γονείς του ασχολούνταν από παλιά με εστιατόρια στη Γερμανία.

Ο Αγγελος αποφάσισε να ανοίξει και αυτός, στην περιοχή του Τegernsee, το δικό του ελληνικό εστιατόριο, όταν κάναμε την οικογένειά μας και αποκτήσαμε δύο παιδάκια, την Αννα-Μαρία και τη Νεφέλη. Τον στηρίζω βέβαια και εγώ στην ταβέρνα, αν και η κύρια δουλειά μου στη Γερμανία είναι νηπιαγωγός.

Μας άρεσε πολύ η παραμυθένια περιοχή του Tegernsee και καθώς δεν είχε άλλο εστιατόριο στη συγκεκριμένη τοποθεσία, πήραμε το ρίσκο» και προσθέτει με πολύ θετική διάθεση και χαμόγελο: «Oι Γερμανοί λατρεύουν το ελληνικό φαγητό. Τους αρέσει ο γύρος, το σουβλάκι, το τζατζίκι, ο μουσακάς, και τσιμπάνε και σαγανάκια. Και από γλυκά το γαλακτομπούρεκο και ο μπακλαβάς γίνονται ανάρπαστα.

Στην περιοχή εδώ είναι πολλοί φιλέλληνες λόγω του ότι ο βασιλιάς Οθωνας της Ελλάδας ήταν Βαυαρός και έτσι έχουν άμεση ιστορική σύνδεση με τη χώρα μας.

Δεν έχω αντιμετωπίσει ρατσισμό στη Γερμανία. Στην αρχή μόνον εισέπραξα έναν ανταγωνισμό, γιατί εγώ είχα πτυχίο πανεπιστημίου ως νηπιαγωγός, ενώ εδώ στη Γερμανία δεν κάνουν ανώτερες σπουδές για να δουλέψουν ως νηπιαγωγοί. Έτσι πήρα θέση ανώτερη στο σχολείο που εργάστηκα και με είδαν περίεργα, αλλά αυτό δεν κράτησε για πολύ».

«Στο σπίτι μιλάμε μόνο ελληνικά»

Τη συζήτησή μας διακόπτουν οι κόρες της για φιλιά και αγκαλιές με τη μαμά τους: «Η μικρή μου είναι δύο χρόνων και η μεγάλη πέντε. Μέσα στο σπίτι μιλάμε μόνον ελληνικά, γιατί θέλουμε να μάθουν οι κόρες μας την ελληνική γλώσσα.

Και οι δύο μιλάνε καλά ελληνικά, αλλά η μεγάλη μιλάει και πολύ καλά γερμανικά, αφού έχει αρχίσει και το σχολείο. Τη μικρή δεν την έχω πάει ακόμη νηπιαγωγείο λόγω κορονοϊού.

Το ξέρω ότι θα με ρωτήσεις αν μου λείπει η Ελλάδα… Μου λείπει η Ελλάδα και μάλιστα πάρα πολύ. Η οικογένειά μου, ο καιρός, τα φαγητά. Ήρθα για δουλειά στη Γερμανία και από οικονομική μετανάστρια έγινα και ερωτική μετανάστρια, αφού γνώρισα τον άνδρα μου. Στη Γερμανία πηγαίνεις μπροστά και έχεις μεγάλη ευκαιρία για εξέλιξη.

Γι΄ αυτό που δουλεύεις πληρώνεσαι. Δεν γίνεται στη Γερμανία να μη βρεις δουλειά και να μη βγάλεις χρήματα».

Στο τραπέζι μας κάθονταν ο σερβιτόρος ο Σταύρος, το παιδί που στέκεται στο μπαρ, ο Ελβις, αλβανικής καταγωγής αλλά γεννημένος στη Ρόδο, η Μαρίνα και η Δάφνη που εργάζονται στην κουζίνα.

Η Κατερίνα μάς βάζει στο κλίμα της πανδημίας στη Βαυαρία: «Η δουλειά είναι πεσμένη γιατί ο κόσμος φοβάται. Αν και στα εστιατόρια μπαίνουν μόνον εμβολιασμένοι. Με τεστ δεν μπαίνουν. Ούτε με rapid ούτε με μοριακό. Πολλοί Βαυαροί λένε ότι θα πάμε για lockdown. Θεωρώ ότι οι Γερμανοί αλλάζουν σιγά σιγά νοοτροπία και ο εμβολιασμός πλέον έχει φτάσει στο 70%. Εντάξει, να μη λέμε ψέματα, υπάρχουν πολλά κρούσματα.

Οι Γερμανοί φαίνεται ότι θα τη δεχτούν τελικά την τρίτη δόση εμβολίου. Εδώ έχουν έναν συγκεκριμένο κανόνα. Αν στους εκατό χιλιάδες κατοίκους υπάρξουν χίλια κρούσματα, θα κλείσουμε. Τώρα είμαστε στα 700 κρούσματα. Τον Νοέμβριο του 2019 κλείσαμε λόγω Covid-19 και μετά ανοίξαμε τον Μάιο του 2020. Βοήθησε το κράτος οικονομικά, αλλά ήθελαν πολλά γραφειοκρατικά στοιχεία για τον τζίρο του εστιατορίου και άργησε να μας έρθει το ρευστό. Εμένα προσωπικά με κούρασε πολύ η καραντίνα. Για τρίτη φορά μέσα; Ούτε ως ιδέα δεν θέλω να το σκέφτομαι».

Η Κατερίνα φεύγει και στο τραπέζι μας στέκεται όρθιος ο αδερφός του συζύγου της, ο Δημήτρης Μπούγλας, με την ποδιά του σεφ κρεμασμένη στον λαιμό του: «Η καταγωγή μου είναι από την όμορφη Θεσσαλία, από τα Τρίκαλα. Εγώ με τον αδερφό μου έχουμε μεγαλώσει στη Γερμανία. Γεννηθήκαμε στην Ελλάδα και μεγαλώσαμε μέχρι τα οκτώ μας χρόνια με τους παππούδες μας στα Τρίκαλα. Μετά πήγαμε να βρούμε στη Γερμανία τους γονείς μας και μάθαμε τη γλώσσα, αποκτήσαμε φίλους. Στον αδερφό μου όπως και σ΄ εμένα αρέσει η ελληνική κουζίνα και η εστίαση. Έτσι μάθαμε τη δουλειά από τους γονείς μας και ανοίξαμε και άλλα εστιατόρια.

Στο εστιατόριό μας εργάζονται την περίοδο του καλοκαιριού 12 Έλληνες. Εγώ αρραβωνιάστηκα φέτος και Ελληνίδα. Πώς το λένε, παπούτσι από τον τόπο σου και ας είναι και μπαλωμένο. Άρα θα κάνουμε την οικογένειά μας στη Γερμανία. Στη χώρα αυτή δεν γίνεται να μη βγάλεις λεφτά. Ναι, ο προσωπικός σου χρόνος περιορίζεται πολύ, έρχεται και η ρουτίνα. Αλλά εμένα δεν με πειράζει αυτό. Εδώ ήρθαμε για να προκόψουμε. Στην Ελλάδα δουλεύεις και παραμένεις σερβιτόρος. Από τους Γερμανούς έχω εισπράξει αγάπη. Αν είσαι τυπικός και σωστός όλα κυλούν ρολόι. Γιατί στην Ελλάδα είμαστε όλοι τέλειοι;» και προσθέτει: «Δύο φορές έχουμε κλείσει το εστιατόριο λόγω πανδημίας. Πιστεύω ότι το 70% των εστιατορίων, αν δεν τα είχε βοήθησε η γερμανική κυβέρνηση, θα έβαζαν μετά το lockdown λουκέτο. Εμάς μας βοήθησε το γεγονός ότι κάναμε πολύ ντελίβερι. Ετσι είχαμε έσοδα να πληρώσουμε τα πάγια έξοδα. Η Βαυαρία έχει αυστηρούς νόμους για τον Covid-19. Ακολουθούμε το μοντέλο της Αυστρίας. Θέλει υπομονή η πανδημία. Αλλά σκέφτομαι το καλοκαίρι. Από την Ελλάδα… μου λείπει η Ελλάδα! Μου λείπει ο ήλιος, το χωριό μου, η θάλασσα, οι καφετέριες».

«Την ημέρα των γενεθλίων μου»

Τον Δημήτρη τον φωνάζουν στην κουζίνα και έρχεται με βήμα γοργό ο αδερφός του, ο Αγγελος Μπούγλας: «Το μαγαζί το ανοίξαμε με πολύ κόπο στο Tegernsee και ετοιμαζόμαστε να ανοίξουμε ακόμη ένα, 16 χιλιόμετρα μακριά από την περιοχή.

Οι δικοί μας είχαν μαγαζί στο Μόναχο, και ξέρουμε τι σημαίνει εστίαση και τα τρία αδέρφια. Εγώ αποφάσισα πρώτος να ανοίξω εστιατόριο και ακολούθησαν και οι αδερφοί μου, που είχαν εμπειρία από ένα άλλο ελληνικό εστιατόριο, στο Μόναχο, την «Αφροδίτη».

Όταν βρήκα αυτό το μαγαζί στο Tegernsee ήταν μόνο με τα τζάμια, χωρίς ούτε ένα έπιπλο μέσα. Το άνοιξα καλοκαίρι την ημέρα των γενεθλίων μου και ήρθαν και τα πεθερικά μου, θείοι μου από την Ελλάδα να με βοηθήσουν. Πολύ τρέξιμο και άγχος. Το καλοκαίρι έχει τουρισμό η περιοχή λόγω της λίμνης και του βουνού.

Είναι πολύ πλούσια περιοχή με απαιτήσεις. Το μαγαζί πάει καλά, δεν χρωστάμε πουθενά. Το γερμανικό κράτος βοήθησε πολύ στην πανδημία και έτσι χάσαμε ένα 5% από τον τζίρο μας. Δεν τη φοβάμαι τη δουλειά. Όσοι εργαζόμαστε εδώ ξέρουμε να μαγειρεύουμε. Και τα αφεντικά. Δεν στηριζόμαστε στους σεφ.

Το καλοκαίρι μού έφυγε ξαφνικά ένας σεφ και είχα 150 άτομα πελάτες. Βάλαμε την ποδιά εγώ, η γυναίκα μου, ο αδερφός μου και τα πήγαμε μια χαρά. Αφεντικό που δεν ξέρει από κουζίνα θα κρέμεται πάντα από τον σεφ του.

Ναι, δουλεύω πρωί βράδυ, αλλά βάζω το καλοκαίρι πιο πολλές διακοπές στην Ελλάδα και παίρνω τα πάνω μου. Το καλοκαίρι έρχομαι τρεις φορές στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά μου».

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΑφγανιστάν: Τα λεωφορεία – βιβλιοθήκες επιστρέφουν στην Καμπούλ
Επόμενο άρθροΕμβολιασμός παιδιών: Πότε ανοίγει η πλατφόρμα για τις ηλικίες 5-11 ετών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ