Ο τουρισμός στηρίζει τον τζίρο των μικρών επιχειρήσεων, αλλά η ακρίβεια φέρνει νέες ανατιμήσεις – Η εικόνα σε Κρήτη και Χανιά

ο-τουρισμός-στηρίζει-τον-τζίρο-των-μικ-2316926

Τι δείχνει το Εξαμηνιαίο Δελτίο Οικονομικού Κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ

Σε έναν δύσκολο συνδυασμό αυξημένου κόστους, χαμηλής ζήτησης και περιορισμένης ρευστότητας βρίσκονται οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, με ολοένα μεγαλύτερο μέρος των επιβαρύνσεων να περνά τελικά στις τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.

Η εικόνα που αποτυπώνει το Εξαμηνιαίο Δελτίο Οικονομικού Κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ είναι χαρακτηριστική: τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις αύξησαν τις τιμές τους μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026, την ώρα που επίσης τέσσερις στις δέκα είδαν τον τζίρο τους να μειώνεται και σχεδόν οι μισές βρέθηκαν με λιγότερη ρευστότητα.

Ειδικότερα, το 40,3% των επιχειρήσεων προχώρησε σε αυξήσεις τιμών στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του. Στον αντίποδα, μόλις το 7,2% μείωσε τις τιμές, ενώ το 51,3% δεν πραγματοποίησε κάποια μεταβολή. Για το δεύτερο εξάμηνο του 2026, το 27,2% των επιχειρήσεων εκτιμά ότι θα προχωρήσει σε νέες ανατιμήσεις και το 58,5% ότι θα διατηρήσει σταθερές τις τιμές. Μειώσεις περιμένει μόλις το 5,5%.

Στην Κρήτη, καλύτερη εικόνα σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα καταγράφουν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, με τον τουρισμό να φαίνεται ότι στηρίζει τζίρο και ζήτηση.

Την ίδια ώρα, όμως, το αυξημένο λειτουργικό κόστος, οι ανατιμήσεις σε ρεύμα, καύσιμα και πρώτες ύλες και η περιορισμένη ρευστότητα εξακολουθούν να πιέζουν την αγορά, με σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων να προετοιμάζεται για νέες αυξήσεις τιμών το δεύτερο εξάμηνο του 2026.

Τιμές Αγαθών – Υπηρεσιών

Αναλυτικότερα, αναμενόμενα, λόγω και της νέας έξαρσης του πληθωρισμού από τον Μάρτιο του 2026 και εξής, οι επιχειρήσεις στη συντριπτική τους πλειοψηφία, μην έχοντας άλλα περιθώρια,

υποχρεώθηκαν να αυξήσουν τις τιμές πώλησης αγαθών και υπηρεσιών που προσφέρουν.

Συγκεκριμένα το 40,3% των επιχειρήσεων προέβησαν σε ανατιμήσεις, έναντι μόλις του 7,2% που μείωσε τιμές και του 51,3% που διατήρησε σταθερές τις τιμές του. Η εικόνα παραπέμπει

στο πρώτο εξάμηνο του 2023 και ανατρέπει την έστω σταδιακή αποκλιμάκωση των διαδοχικών ανατιμήσεων των προηγούμενων πέντε εξαμήνων.

Η πρακτική των ανατιμήσεων είναι καθολική με σημαντικό όμως εύρημα το γεγονός ότι είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα προκύπτει ότι είναι μικρότερος ποσοστιαία ο αριθμός των μικρών επιχειρήσεων που ανατίμησε αγαθά και υπηρεσίες, συγκριτικά με τις επιχειρήσεις μεγαλύτερου μεγέθους.

Συγκεκριμένα, οι ατομικές επιχειρήσεις, κατά κανόνα μικρότερες και αριθμητικά οι περισσότερες, διατηρούν τα πρωτεία σε ότι αφορά την σταθερότητα των τιμών, καθώς το 54,7% τις διατήρησε σταθερές, έναντι του 37,3% που τις αύξησε και του 6,8% που τις μείωσε. Οι ΟΕ-ΕΕ/ΕΠΕ παρουσιάζουν μια σχετική ισορροπία καθώς το 47,5% διατήρησε σταθερές τιμές, το 45,5% τις αύξησε και ντο 6,2% τις μείωσε.

Στις ΙΚΕ στο 44,8% ανέρχονται τόσο οι επιχειρήσεις που αύξησαν τιμές όσο και όσες τις διατήρησαν σταθερές, ενώ το 9% υιοθέτησε πρακτική μειώσεων. Στις ΑΕ τέλος που κατά κανόνα είναι μεγαλύτερες, το ποσοστό όσων διατήρησαν σταθερές τιμές ανέρχεται στο 46,1% ενώ το αντίστοιχο των αυξήσεων ανέρχεται στο 42,7% και των μειώσεων στο 11,2%.

Πιο καθαρή είναι η εικόνα με βάση το ετήσιο κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων, αφού το 50,2% των επιχειρήσεων που ξεπερνούν τις 300.000€ τζίρου αύξησαν τιμές, όπως επίσης και το 40,6% των επιχειρήσεων με ετήσιο κύκλο εργασιών μεταξύ 100 και 300.000€, το 44,8% με 36 κύκλο εργασιών μεταξύ 50 και 100.000€ και τέλος το 32,5% των επιχειρήσεων με μικρότερο ετήσιο κύκλο εργασιών από τις παραπάνω κατηγορίες.

Σε κλαδικό επίπεδο, αύξησε τιμές το 44,9% των επιχειρήσεων στο εμπόριο ενώ τις μείωσε το 9%, το 41,4% στη Μεταποίηση – Βιοτεχνία ενώ τις μείωσε το 7,7% και το 36% των επιχειρήσεων στις Υπηρεσίες ενώ τις μείωσε 5,1%.

Ανησυχητικές είναι και οι προβλέψεις των επιχειρήσεων για το επόμενο εξάμηνο (Β’ 2026) σχετικά με τις τιμές αγαθών και υπηρεσιών που προσφέρουν καθώς το 27,2% εκτιμά ότι θα προβεί σε ανατιμήσεις, το 58,5% ότι θα διατηρήσει σταθερές τιμές και το 5,5% που εκτιμά ότι θα μειώσει τιμές.

Η ανησυχία προκαλείται κυρίως από το γεγονός ότι είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο μια εταιρία να πραγματοποιεί δύο ανατιμήσεις σε μια και μόνο χρονιά, γεγονός που συνεπάγεται ότι σωρευτικά εάν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, το άθροισμα των επιχειρήσεων που θα έχει κάνει ανατιμήσεις στο τέλος του 2026 μπορεί να ανέλθει στο 67,5%.

Πίεση από ρεύμα, καύσιμα και πρώτες ύλες

Η βασική αιτία των ανατιμήσεων εντοπίζεται στην αύξηση του λειτουργικού κόστους. Σε σύγκριση με το 2025, ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια δηλώνει ότι πληρώνει το 73,3% των επιχειρήσεων, ενώ για τα καύσιμα το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει στο 73,2%. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση στις πρώτες ύλες και τις προμήθειες, όπου αυξήσεις αναφέρει το 77,5%.

Η μέση επιβάρυνση που υπολογίζουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις φθάνει στο 26,03% για το ηλεκτρικό ρεύμα, στο 27,75% για τα καύσιμα και στο 24,75% για πρώτες ύλες και προμήθειες.

Το εμπόριο εμφανίζει τη μεγαλύτερη τάση μετακύλισης του αυξημένου κόστους στους καταναλωτές, καθώς ανατιμήσεις έκανε το 44,9% των επιχειρήσεων. Ακολουθούν μεταποίηση και βιοτεχνία με 41,4% και οι υπηρεσίες με 36%.

ΚΡΗΤΗ

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με το Εξαμηνιαίο Δελτίο Οικονομικού Κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, γεωγραφικά, αποκαλύπτεται μια οικονομία διαφορετικών ταχυτήτων, με τα Νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη να καταγράφουν την καλύτερη επίδοση των επιχειρήσεων, σε ότι αφορά τον κύκλο εργασιών και να ακολουθεί η Αττική.

Συγκεκριμένα στα Νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη το 29,1 των επιχειρήσεων διαπίστωσαν αύξηση των μεικτών εσόδων τους έναντι του 33,9% που διαπίστωσε μείωση, ενώ στην Αττική 24,5% είδε αύξηση έναντι του 37,4% που είδε μείωση. Τα αποτελέσματα του κύκλου εργασιών για τις δύο παραπάνω γεωγραφικές ενότητες ενδέχεται να συνδέονται με μια πρόωρη έναρξη της τουριστικής περιόδου το 2026.

Σε ότι αφορά τις προβλέψεις των επιχειρήσεων για το επόμενο εξάμηνο, προκύπτει ότι το 23,6% αυτών προβλέπει ότι αυτός θα αυξηθεί, ενώ αντίθετα το 30,7% εκτιμά ότι θα μειωθεί

και το 37,4% εκτιμά ότι θα παραμείνει σταθερός.

Γεωγραφικά τέλος, μείωση του κύκλου εργασιών αναμένει το 33,5% των επιχειρήσεων στην Κεντρική Ελλάδα έναντι του 20,8% που αναμένει αύξηση. Στη Βόρεια Ελλάδα συρρίκνωση τζίρου αναμένει το 35% έναντι αύξησης που προβλέπει το 24,9%, ενώ στην Αττική μείωση κύκλου εργασιών προβλέπει το 29,5% έναντι του 22% που προβλέπει αύξηση. Στα Νησιά του

Αιγαίου και την Κρήτη, οι εκτιμήσεις αντιστρέφονται καθώς υπερτερούν όσες αναμένουν αύξηση τζίρου ανερχόμενες στο 30,7% του συνόλου, ενώ μείωση κύκλου εργασιών στο δεύτερο μισό του έτους προβλέπει το 19,7%

Ζήτηση

Εύλογα, η εξέλιξη της ζήτησης των υπηρεσιών και των αγαθών που προσφέρουν οι επιχειρήσεις, σε μεγάλο βαθμό παραλληλίζεται με την εξέλιξη του κύκλου εργασιών τους, ενώ οι μικρές αποκλίσεις ενδέχεται να σχετίζονται με την επίδραση του πληθωρισμού στον κύκλο εργασιών. Έτσι, το 22,8% των επιχειρήσεων διαπίστωσε αύξηση της ζήτησης των αγαθών ή των υπηρεσιών που προσφέρει, έναντι του 41,1% που βίωσε κάμψη της ζήτησης και του 35,3% για τις οποίες δεν διαπιστώθηκαν μεταβολές.

Γεωγραφικά, η επίδοση των Νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης είναι η καλύτερη καθώς το, 29,9% κατέγραψε αύξηση της ζήτησης, έναντι του 33,9% που διαπίστωσε μείωση και του

35,4% όπου δεν υπήρξαν μεταβολές.

Παραγγελίες

Αναμενόμενα, η εικόνα της εξέλιξης των παραγγελιών των επιχειρήσεων από τους προμηθευτές τους αποτυπώνονται αντίστοιχα αποτελέσματα με αυτά της ζήτησης, με μόλις το 19,9% των επιχειρήσεων να έχουν αυξήσει τις παραγγελίες τους προς τους προμηθευτές τους έναντι του 41,9% που τις περιόρισε και του 36,3% που δεν μετέβαλε τον όγκο παραγγελιών του.

Από την ανάλυση των δεδομένων της εξέλιξης των παραγγελιών που υποβάλλουν οι mεπιχειρήσεις στους προμηθευτές τους επαληθεύεται η δυσμενής θέση των επιχειρήσεων του εμπορίου και της εστίασης.

Συγκεκριμένα, το 52,1% των επιχειρήσεων του κλάδου του εμπορίου μείωσε τις παραγγελίες του έναντι μόλις του 15,2% που τις αύξησε και του 32% που διατήρησε τις παραγγελίες αμετάβλητες. Στον κλάδο των υπηρεσιών συνολικά, αύξηση των παραγγελιών προς προμηθευτές κατέγραψε το 21,1% των επιχειρήσεων έναντι του 32,6% που μείωσε τις παραγγελίες και του 43% που τις διατήρησε αμετάβλητες.

Στις επιχειρήσειςτης εστίασης όμως τα αντίστοιχα ποσοστά διαφέρουν σημαντικό από τον γενικό κλάδο υπηρεσιών καθώς το 49% μείωσε τις παραγγελίες του, έναντι του 23,5% που τις αύξησε και του 24,5% που τις διατήρησε σταθερές. Στον κλάδο της Μεταποίησης – Βιοτεχνίας τέλος, το 25,2% αύξησε τις παραγγελίες του, το 44,1% τις μείωσε και το 29,7% τις διατήρησε στα ίδια επίπεδα.

Παρακολούθημα της ζήτησης είναι και η εξέλιξη των παραγγελιών με γεωγραφικά κριτήρια, αφού το μεγαλύτερο ποσοστό επιχειρήσεων που αύξησε τις παραγγελίες του εντοπίζεται στα Νησιά του Αιγαίου – Κρήτη και την Αττική, με το 22,8% και το 22% των επιχειρήσεων αντίστοιχα να αυξάνουν τις παραγγελίες τους, έναντι των 35,4% και 38,^% αντίστοιχα που τις μείωσαν και των 40,9% και 37,6% που δεν τις διαφοροποίησαν.

Ρευστότητα

Το πρόβλημα της ρευστότητας των επιχειρήσεων παραμένει οξύ στην ελληνική οικονομία, καθώς παρά την προαναφερόμενη πρόωρη έναρξη της τουριστικής περιόδου σε ορισμένες έστω γεωγραφικές ενότητες, το 48% των επιχειρήσεων διαπιστώνει μείωση της ρευστότητας που διαθέτει στο Α΄ εξάμηνο του έτους συγκριτικά με το προηγούμενο, το 16,4% διαπίστωσε βελτίωση την ίδια περίοδο, ενώ το 34,7% δεν κατέγραψε μεταβολές ως προς την ρευστότητα στο εξεταζόμενο χρονικό διάστημα

Επιδείνωση της ρευστότητας αντιμετωπίζει το 49,5% των ατομικών επιχειρήσεων, το 51% των ΟΕ-ΕΕ/ΕΠΕ, το 38,8% των ΙΚΕ και το 36,7% των ΑΕ, ενώ βελτίωση αντίθετα το 12,7% των ατομικών, το 19,1% των ΟΕ-ΕΕ/ΕΠΕ, το 31,3% των ΙΚΕ και το 24,4%.

Μείωση της ρευστότητας είχαν περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις στη Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του έτους και συγκεκριμένα το 54,7% των επιχειρήσεων της Κεντρικής Ελλάδας και το 53,4% της Βόρειας. Μικρότερα είναι τα αντίστοιχα ποσοστά στην Αττική όπου το 44,2% διαπίστωσε επιδείνωση της ρευστότητας, όπως αντίστοιχα και το 35,4% των επιχειρήσεων στα Νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη.

Βελτίωση της ρευστότητας κατέγραψε την ίδια περίοδο μόλις το 11,9% των επιχειρήσεων στην κεντρική Ελλάδα, το 14,1% στην Βόρεια, το 17,9% στην Αττική και το 25,2% στα Νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη.

Σε επίπεδο προβλέψεων το 21,4% των επιχειρήσεων εκτιμά ότι η ρευστότητά τους θα βελτιωθεί κατά το Β’ εξάμηνο του έτους, το 34,7% ότι θα μειωθεί, ενώ το 35,8% δεν αναμένει κάποια μεταβολή. Αρνητικές εκτιμήσεις για την εξέλιξη της ρευστότητας της επιχείρησης διατυπώνει το 43,8% του κλάδου του εμπορίου, το 32% στην Μεταποίηση – Βιοτεχνία, το

28,8% στις Υπηρεσίες, το 41,2% των επιχειρήσεων με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000€, το 37,8% όσων ο κύκλος εργασιών κυμαίνεται μεταξύ 50 και 100.000€, το 34,4% με ετήσιο τζίρο μεταξύ 100 και 300.000€ καθώς και το 22,8% με μεγαλύτερο ετήσιο κύκλο εργασιών.

Αντίστοιχα, αρνητικές είναι οι προβλέψεις για το 39,7% των επιχειρήσεων στη Βόρεια Ελλάδα, το 37,3% στην Κεντρική Ελλάδα, το 35,1% στην Αττική και το 18,1% στα Νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη

Προσωπικό

Οι δυσκολίες στην εξεύρεση κατάλληλου προσωπικού για τις ανάγκες των επιχειρήσεων μεξακολουθούν να είναι πρόβλημα για το 38,4% των επιχειρήσεων.

Οι δυσκολίες εξεύρεσης κατάλληλου προσωπικού εντοπίζονται με μεγαλύτερη ένταση στο κλάδο της Μεταποίησης Βιοτεχνίας καθώς καταγράφεται ως πρόβλημα για το 50,5% των επιχειρήσεων, την εστίαση με ντο 52% να αντιμετωπίζει δυσκολίες, ενώ είναι σημαντικό αλλά πιο ήπιο για τις επιχειρήσεις του εμπορίου (31,4%) και για το σύνολο του κλάδου των υπηρεσιών όπου συμπεριλαμβάνεται και η εστίαση (38,1%)

Δείτε ΕΔΩ αναλυτικά τα στοιχεία της ΓΣΕΒΕΕΕ\

zarpanews.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ακολουθήστε το ZARPANEWS.gr
στο Google News και στο Facebook