Ο ντελιβεράς που είδες χθες βράδυ

Για να γράψω τους “Απαρατήρητους” (Πόλις), το 2018, είχα μιλήσει με αρκετούς ντελιβεράδες. Τότε με ενδιέφερε περισσότερο η εσωτερική τους ζωή, το υπαρξιακό τους βίωμα. Προσπαθούσα να καταλάβω πώς αντέχουν την επανάληψη, παραλαβή-κούρσα-παράδοση, το ίδιο και το ίδιο, αμέτρητες φορές, πάντα βιαστικά, χωρίς επικοινωνία, χωρίς σκέψη, χωρίς συναίσθημα. Και με ενδιέφερε η ματιά τους πάνω μας. Τι βλέπουν στα σπίτια μας, τι ξέρουν για εμάς, ποιους συμπαθούν, ποιους θυμούνται, αν στα όνειρα τους έρχονται σκηνές του δρόμου.

Ισως στάθηκα πολύ στα “μέσα” τους, γιατί το άλλο, τη σχέση με το κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό-, δεν το πολυάντεχα. Εντάξει, ήξερα πως είναι οι “κάτω”, αυτοί που με ενδιαφέρουν περισσότερο, και ξεμπέρδεψα με τις ενοχές μου γράφοντας διηγήματα.

Ξεμπέρδεψα;

Όταν, με την πανδημία, κατάλαβα ότι άλλαξαν τα πάντα στη δουλειά τους, με τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες, στην αρχή τα ‘χασα. Έβγαζαν περισσότερα και κυρίως είχαν προοπτική. Μπορούσαν να φτιάχνουν μόνοι τους ωράριο, να διαλέγουν μακρινές/δύσκολες διαδρομές για να πάρουν μπόνους, να επενδύσουν στη δουλειά τους. Έγιναν wannabe κυριλέ αυτοαπασχολούμενοι, με δυνατότητες εξέλιξης.

Με τον καιρό κατάλαβα ότι αυτή είναι μια γλυκιά παγίδα. Μπαίνεις μέσα με ορμή και μετά σιγά-σιγά χάνονται τα προνόμια, δεν διαλέγεις πια εσύ ούτε ώρες ούτε διαδρομές, προσπαθείς απλώς να επιβιώσεις σε συνθήκες όλο και σκληρότερου ανταγωνισμού. Και άμα πέσεις στα νύχια «διαχειριστή στόλου», κάποιου υπεργολάβου της πλατφόρμας, τότε την έβαψες.

Όταν ξεκίνησες δούλευες σε κυρ Παντελήδες. Έτσι μου τους είπες. Δαιμόνιοι επιχειρηματίες ελληνικής κοπής, σουβλακοφτιάχτες και πιτσαδόροι έτοιμης ζύμης, με βασικό εισόδημα τα ωρομίσθια των 3 ευρώ, τα κλεμμένα ένσημα και τις ανύπαρκτες αποδείξεις.

Στο ντελίβερυ, όπως σε όλες τις κυκλικές δουλειές, δεν τρέχεις όλη την ώρα αλλά τις ώρες αιχμής, που στην Ελλάδα είναι το 8-11. Ήταν και το επιχείρημα του κυρ Παντελή για τα χαμηλά ωρομίσθια το «σε πληρώνω 4 ώρες και τρέχεις τις 2». Βέβαια τις υπόλοιπες ώρες έφτιαχνες κουτάκια ή έκανες αγγαρείες, αλλά δεν ήσουν πάνω στο παπί.

Επίσης, το ντελίβερυ ήταν σε μεγάλο ποσοστό δεύτερη δουλειά για πολλούς. Κούριερ, υπάλληλοι σουπερμάρκετ, υπάλληλοι στο Δήμο (πιο ξεκούραστοι αυτοί), μπογιατζήδες, εργαζόμενοι σεζόν το καλοκαίρι που συμπλήρωναν το ταμείο ανεργίας και πάει λέγοντας.

Το τμήμα marketing των κυρ Παντελήδων ήταν τα κακοτυπωμένα φυλλάδια που γεμίζουν τις πολυκατοικίες. Αλλά όσα φυλλάδια και να ρίξει ένα μαγαζί, τα όρια εξυπηρέτησης της πελατείας του είναι περιορισμένα. Όσο λίγα και να παίρνει ο διανομέας, δεν έχει κέρδος το μαγαζί, αν η παράδοση γίνει 5 ή 7 χλμ μακριά.

Σε μια τέτοια αγορά και με αυτή την κουλτούρα, εμφανίστηκαν οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Στην αρχή έπαιρναν 12% από τα μαγαζιά, τους έδιναν το software και τους έστελναν τις παραγγελίες για να τις εκτελέσουν με τους δικούς τους διανομείς. Δηλαδή, έκανε μόνο ψηφιακή παραγγελιοληψία αλλά, έστω κι έτσι, άνοιξε την ακτίνα των μαγαζιών. Δεν μοίραζες πίτσες στη γειτονιά αλλά έφτανες και σε 2-3 δήμους παραδίπλα.

Και μετά έγινε “επανάσταση”. Η παραγγελία γίνεται μόνο ηλεκτρονικά, εκτελείται από τους διανομείς της πλατφόρμας, η εταιρεία κρατά 24-27% από το μαγαζί και χρεώνει τον πελάτη 0,5-5 ευρώ, ανάλογα με την πολιτική του μαγαζιού και την απόσταση.

Στην αρχή εξυπηρετήθηκαν κυρίως τα βόρεια προάστια. Λίγοι διανομείς που έβγαζαν πολύ καλά λεφτά. Στο σχέδιο ανάπτυξης της πλατφόρμας ήταν η κάλυψη του λεκανοπεδίου, κάτι που επιταχύνθηκε από την καραντίνα και την ασφυξία στην εστίαση. Από το να είσαι κλειστός, ας δίνεις 24% στην εταιρεία που διαχειρίζεται ψηφιακά τη διανομή. Αυτό φυσικά προκάλεσε μεγάλη ζήτηση διανομέων, ζήτηση που καλύφθηκε από τις “αναστολές”.

Ζητείται συνεργάτης

Για να γίνεις ντελιβεράς στην πλατφόρμα κάνεις αίτηση μόνο ηλεκτρονικά. Προϋπόθεση, να έχεις όχημα (μηχανάκι/ποδήλατο/πατίνι), smartphone, κράνος, δίπλωμα και ΙΒΑΝ. Μετά την αίτηση, παρακολουθείς ένα 2ωρο σεμινάριο για το πώς δουλεύει η εφαρμογή.

Ύστερα σου στέλνουν στο mail σου το συμβόλαιο που θα υπογράψεις (ψηφιακά πάντα). Κάπου στα ψιλά γράμματα αναφέρεται ότι η εταιρεία μπορεί να αλλάζει τους όρους του συμβολαίου όποτε θέλει.

Αφού υπογράψεις, πρέπει να πάρεις εξοπλισμό. Ο εξοπλισμός είναι ένα κουτί ποδηλάτη (στέκεται και στα μηχανάκια), 3 Τshirts, μπουφάν, γιλέκα, θήκη για καφέδες και θήκη για πίτσα. Αυτά τα παίρνεις από την εταιρεία που σου κρατά το αντίστοιχο ποσό από την πρώτη σου πληρωμή.

Τότε σε ενεργοποιούν (αυτή είναι η ορολογία, ενεργοποίηση) σαν χρήστη της εφαρμογής και η άσφαλτος σε περιμένει.

Η εφαρμογή απαιτεί να ανοίξεις το gps ώστε να είσαι ορατός κάθε στιγμή.

Η αποζημίωση του οδηγού πάει με το δρομολόγιο. Πληρώνεσαι ένα στάνταρ ποσό την παραγγελία ανεξάρτητα από τα χιλιόμετρα, από 2,10 μέχρι 2,90 ευρώ.

Σε κάθε δρομολόγιο πληρώνεσαι 60 λεπτά για κάθε χλμ μετά το πρώτο σε ευθεία γραμμή στην παράδοση. Ευθεία γραμμή σε μια πόλη με λόφους, γραμμές τρένου και θάλασσα σημαίνει ότι τα 2 σε ευθεία μπορεί να είναι 5 «κοντερίσια».

Και παίζουν και μπόνους βασισμένα στην περιοχή, τον καιρό, την απόσταση από τις πιάτσες. Στην πράξη, αν δουλεύεις ώρες αιχμής, παίρνεις μέχρι και 12 ευρώ την ώρα, μικτά πάντα. Όλα τα έξοδα είναι δικά σου. Βενζίνες, σέρβις, βλάβες, κλήσεις, τρακαρίσματα.

Καθεστώς απασχόλησης

Στο συμβόλαιο επιλέγεις καθεστώς απασχόλησης. Υπάρχουν 2 +1 τρόποι εργασίας. 1) Ο τίτλος κτήσης και 2) η έναρξη εργασιών στην εφορία με την τροφοδιανομή ως δεύτερη δραστηριότητα. Στην πρώτη περίπτωση, έχεις όριο εισοδήματος τα 10,000 ευρώ το χρόνο και πληρώνεις 3,6% χαρτόσημο και 20% ΕΦΚΑ, που καλύπτει μελλοντικά ένσημα σύνταξης αλλά δεν σου δίνει ασφάλιση. Δηλαδή, για κάθε 100 ευρώ που βγάζεις μοιράζοντας πίτσες και σούσι, στην τσέπη μπαίνουν 76,4.

Το άλλο καθεστώς, με έναρξη στην εφορία, σου δίνει όλο το ποσό που δούλεψες, συν ΦΠΑ. Φυσικά πληρώνεις ΕΦΚΑ μη-μισθωτών, φορολογείσαι σαν ελεύθερος επαγγελματίας αλλά περνάς όλα τα έξοδα σου σαν έξοδα της «επιχείρησης». Είναι βολικό καθεστώς για ανθρώπους που είχαν μια άλλη δραστηριότητα (μουσικούς, μαγαζάτορες κλπ).

Και πάμε στο +1.

Η πλατφόρμα αναγνωρίζει ότι κάποιοι μπορεί να χρειάζονται τα ένσημα (πχ μετανάστες για άδεια παραμονής ή άλλοι με χρέη στον ΟΑΕΕ). Υπάρχει λοιπόν η δυνατότητα να σε προσλάβει ένας «διαχειριστής στόλου», δηλαδή υπεργολάβος. Αυτοί είναι διανομείς που σε ένα βράδυ γίνονται επιχειρηματίες χωρίς κεφάλαιο και σε προσλαμβάνουν να δουλεύεις για την εταιρεία. Θεωρητικά, είσαι μισθωτός, με ωράριο, ένσημα, δώρα, άδεια, έξοδα για μηχανάκι. Η εταιρεία πληρώνει το διαχειριστή και αυτός εσένα.

Θεωρητικά, σου πληρώνει το μισθό σου, αφού είσαι μισθωτός. Στην πράξη, αντί να δίνεις το 23,6% στο κράτος, δίνεις το 30% στο διαχειριστή. Αλλά το σκάνδαλο δεν τελειώνει εδώ. Γιατί αν παίρνεις το βασικό, ο εργολάβος θα έπρεπε να σου δίνει 580*14 μήνες, να πληρώνει στο ΙΚΑ 280*14, να δίνει 97,5 ευρώ το μήνα για το μηχανάκι και να πληρώνει και τη βενζίνη. Χώρια νυχτερινά, Κυριακές και αργίες. Θα έπρεπε να πληρώνει 12-13 χιλιάρικα το χρόνο κι εσύ να έχεις 8ωρο.

Αυτό που στην πράξη συμβαίνει είναι ότι ο εργολάβος δεν πληρώνει μία, αφού έχει συμφωνήσει να παίρνει το 30% του κόπου σου αλλά με minimum τα 30 ευρώ/μέρα, άρα 900 το μήνα. Για να πάρεις ένσημα των 280 ευρώ, πληρώνεις 900. Κι αφού βγάλεις τα 900 του «ενδιάμεσου», τα καύσιμα, τα σέρβις, τις βλάβες, ανακαλύπτεις ότι τρέχεις για δώδεκα ώρες την ημέρα, πάντα τις αργίες, για να μείνει ευχαριστημένος ο εργολάβος και να σε κρατήσει στη δούλεψή του.

Το πιο βρώμικα μυστικό είναι ότι η εταιρεία δεν έχει νομική ευθύνη για πράξεις και παραλείψεις των υπεργολάβων της, που μπορούν να είναι ασύδοτοι και άντε μετά ο ντελιβεράς να βγάλει άκρη. Σε μια απόλυτα ψηφιακή διαδικασία, όπου όλα καταγράφονται στους υπολογιστές της πλατφόρμας αλλά και στο κινητό σου, δεν υπάρχει ελεγκτικός μηχανισμός που να ενδιαφέρεται για αυτά τα δεδομένα.

Η «4η βιομηχανική επανάσταση» ηττήθηκε από τους εργολάβους, το πιο ανθεκτικό είδος στην ελληνική οικονομία.

Γράφει η Αγγελική Σπανού

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ