Ντόρα Μπακογιάννη: «Πρέπει να υπάρχει εθνική ομοψυχία στην πράξη, όχι μόνο στα λόγια»

«Η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει σήμερα να αναπροσαρμόσει τη στρατηγική της έναντι της Τουρκίας. Πορευτήκαμε επί 20 χρόνια, μετά το Ελσίνκι, με μια λογική που σήμερα δεν ισχύει. Την λογική της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Μια λογική που δεν μπορεί πλέον να υλοποιηθεί, ούτε από πλευράς Ευρώπης, ούτε από πλευράς Τουρκίας» είπε η Ντόρα Μπακογιάννη μιλώντας σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση με θέμα: «Οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στη Μεσόγειο και ελληνοτουρκικές σχέσεις».

«Συνεπώς, η Ευρώπη οφείλει να επιδιώξει μια συμφωνία ειδικής σχέσης με την Τουρκία, η οποία θα συμπεριλαμβάνει και τα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας που αφορούν την χώρα. Δεν πρέπει επ’ ουδενί να επιτρέψουμε την καθιέρωση μιας «συναλλακτικής διπλωματίας» μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας, στη βάση του απόλυτου κυνισμού. Δεν μπορεί δηλαδή να καταλήξουμε απλά σε μία οικονομική συμφωνία. Χρειαζόμαστε συμφωνία που θα λαμβάνει υπ’ όψιν και τα θέματα ασφάλειας των ενδιαφερόμενων χωρών μελών, δηλαδή της Ελλάδας και της Κύπρου» πρόσθεσε.

Ερμηνεύοντας τη στάση της γειτονικής χώρας η Ντόρα Μπακογιάννη υπογράμμισε ότι «η Τουρκία, από την στιγμή που έγιναν τα τριμερή σχήματα συνεργασίας (μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου-Ισραήλ), και διαφαίνεται η προοπτική κατασκευής του αγωγού East Med, ένιωσε παντελώς απομονωμένη και έξω από τις ενεργειακές εξελίξεις στην Μεσόγειο».
Επίσης η πρώην υπουργός αναφερόμενη στον μακροχρόνιο στόχο μας ο οποίος, όπως είπε, είναι η υπογραφή ενός συνυποσχετικού που θα ανοίξει τον δρόμο για το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης υπογράμμισε ότι «Σε περίπτωση υπογραφής συνυποσχετικού και προσφυγής στη Χάγη, δημιουργείται ένα σημαντικό προηγούμενο, δεδομένου ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Θα είναι σημαντική νίκη και εργαλείο για τη διευθέτηση πιθανών μελλοντικών διαφορών, η – έστω και συγκυριακή – αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από την Τουρκία».

Επισήμανε ότι αν υπογραφόταν συνυποσχετικό και οδηγούμασταν στην Χάγη αυτό «θα σήμαινε de facto και de jure ότι η Τουρκία, αποδεχόμενη την δικαιοδοσία της Χάγης, αποδέχεται και έμμεσα την Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Το δικαστήριο της Χάγης, στην λήψη αποφάσεων, εφαρμόζει τόσο το γραπτό συμβατικό διεθνές δίκαιο όσο και το εθιμικό δίκαιο. Τόσο η διεθνής νομολογία, όσο και νομολογία του συγκεκριμένου δικαστηρίου αναγνωρίζουν ότι η Σύμβαση του Montego Bay αποκρυσταλλώνει διεθνές εθιμικό δίκαιο, που δεσμεύει όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως εάν έχουν προσχωρήσει σε αυτή ή όχι. Το περιεχόμενο αυτού του κειμένου αναφοράς εφαρμόζεται από όλα τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα.

Έτσι, λοιπόν, η μέχρι τώρα αδυναμία της Ελλάδας να δεσμεύσει την Τουρκία σε πολιτικό διμερές επίπεδο σε μια διαπραγμάτευση βάσει των αρχών του διεθνούς δικαίου, θα επιτευχθεί μέσω της Χάγης».

Η Ντόρα Μπακογιάννη υποστήριξε επίσης ότι η Ελλάδα οφείλει να αδράξει τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται αυτή την στιγμή με την Αλβανία, με την Ιταλία και με την Αίγυπτο, και να προσπαθήσει να ολοκληρώσει τις συμφωνίες οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών.
«Βασικός στόχος πρέπει να είναι πάντα η σύναψη συμφωνιών. Αλλά βεβαίως αυτό δεν αποτελεί δόγμα. Μετά τις εξελίξεις του 2009, την υπαναχώρηση των Τιράνων και την ακύρωση της υποδειγματικής συμφωνίας για οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών με την Αλβανία, η Ελλάδα μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματος της για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της στα 12 ν.μ.» είπε.

Κλείνοντας την ομιλία της η κ. Μπακογιάννη υπογράμμισε ότι είναι σημαντικό να υπάρχει εθνική ομοψυχία στην πράξη, όχι μόνο στα λόγια, εξέφρασε την ικανοποίησή της που η σημερινή κυβέρνηση άλλαξε την πολιτική της προηγούμενη κυβέρνηση και εφαρμόζει την εθνική συναίνεση στην πράξη και πρόσθεσε «Το μήνυμα προς την Άγκυρα πρέπει να είναι σαφές: είμαστε έτοιμοι να προσέλθουμε στο τραπέζι του διαλόγου με καλή πίστη για την οριστική επίλυση των διαφορών μας. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούμε τη λογική της επιβολής απόψεων κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, όπως έγινε με την συμφωνία της Λιβύης. Πάντοτε πίστευα και πιστεύω, ότι στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής χρειάζονται καλή πίστη και καθαρές κουβέντες.

Η Άγκυρα ξέρει ότι είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε, να βρούμε συγκλίσεις με στόχο την ειρηνική συνεργασία. Αλλά ξέρει επιπλέον καλά ότι ποτέ δεν θα διαπραγματευτούμε την εθνική μας κυριαρχία. Αυτήν θα την υπερασπιστούμε με κάθε τρόπο».

Ακολουθεί η ομιλία της Ντόρα Μπακογιάννη στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση με θέμα: «Οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στη Μεσόγειο και ελληνοτουρκικές σχέσεις»

Αρχικά, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Κύκλο Ιδεών και τον Βαγγέλη Βενιζέλο για την πρωτοβουλία να συζητήσουμε απόψε ένα μείζον ζήτημα για την χώρα. Μετά τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των πρέσβεων κ. Σαββαΐδη και κ. Αποστολίδη, δυο πεπειραμένων στην ευρύτερη διαπραγμάτευση αλλά και τα ελληνοτουρκικά, η δική μου τοποθέτηση θα είναι πολιτική.

Ζούμε όμως σε μια περίοδο ευρύτερης αναστάτωσης σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, και παγκοσμίως. Το περιβάλλον γύρω μας καθίσταται καθημερινά όλο και πιο σύνθετο και οι παλαιές σταθερές έχουν πάψει να υπάρχουν. Άρα, προϋπόθεση επιτυχίας της όποιας στρατηγικής είναι η σωστή ανάλυση των δεδομένων, η αύξηση των συμμαχιών και βεβαίως η αμυντική θωράκιση της χώρας.

Κυρίες και κύριοι,
Η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει σήμερα να αναπροσαρμόσει τη στρατηγική της έναντι της Τουρκίας. Πορευτήκαμε επί 20 χρόνια, μετά το Ελσίνκι, με μια λογική που σήμερα δεν ισχύει. Την λογική της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας. Μια λογική που δεν μπορεί πλέον να υλοποιηθεί, ούτε από πλευράς Ευρώπης, ούτε από πλευράς Τουρκίας.
Και βέβαια, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η μη αποδοχή από ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας αδυνάτιζε την διαπραγματευτική ισχύ της Ευρώπης έναντι της Τουρκίας κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών. Στην πράξη, είχε δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος.

Σήμερα, λοιπόν, λίγες μέρες μετά τις εκλογές στην Βρετανία, βρισκόμαστε μπροστά σε μία νέα πραγματικότητα: οι σχέσεις Ευρώπης-Τουρκίας θα περάσουν μέσα από ένα ειδικό καθεστώς, στο πρότυπο περίπου αυτού που θα επικρατήσει με την μεγάλη Βρετανία μετά το Brexit.

Συνεπώς, η Ευρώπη οφείλει να επιδιώξει μια συμφωνία ειδικής σχέσης με την Τουρκία, η οποία θα συμπεριλαμβάνει και τα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας που αφορούν την χώρα. Δεν πρέπει επ’ ουδενί να επιτρέψουμε την καθιέρωση μιας «συναλλακτικής διπλωματίας» μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας, στη βάση του απόλυτου κυνισμού. Δεν μπορεί δηλαδή να καταλήξουμε απλά σε μία οικονομική συμφωνία. Χρειαζόμαστε συμφωνία που θα λαμβάνει υπ’ όψιν και τα θέματα ασφάλειας των ενδιαφερόμενων χωρών μελών, δηλαδή της Ελλάδας και της Κύπρου.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, ήδη επιβαρυμένες από τη ρητορική και τις πράξεις της Τουρκίας, δέχθηκαν βαρύ πλήγμα με την υπόθεση της Λιβύης. Ένα πλήγμα κάτω από την μέση. Για τον λόγο αυτό, ο Πρωθυπουργός και το Υπουργείο Εξωτερικών με επικεφαλής τον κ. Δένδια έχουν επιδοθεί τον τελευταίο καιρό σε έναν διπλωματικό μαραθώνιο που έχει εξασφαλίσει την αλληλεγγύη και την στήριξη των Ευρωπαίων εταίρων. Κι όχι μόνο ως προς την καταδίκη της συμφωνίας της Τουρκίας με την Λιβύη, αλλά για το αύριο στο οποίο προσβλέπουμε, για την σχέση Ευρώπης-Τουρκίας. Μια σχέση που και η ίδια η Άγκυρα γνωρίζει ότι έχει απόλυτη ανάγκη.

Η συμφωνία ανάμεσα στην Άγκυρα και στην Τρίπολη ήταν μια κίνηση ακραίας διεκδίκησης από τον Ερντογάν. Το εν λόγω κείμενο, το οποίο νομικά αποκαλείται «μνημόνιο κατανόησης», δεν είναι κενό γράμμα. Είναι μια συμφωνία που υπεγράφη ανάμεσα στην Τουρκία και σε μια αναγνωρισμένη κυβέρνηση από τον ΟΗΕ. Είναι όμως μια συμφωνία με πολλές αδυναμίες, που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν δεσμεύει τρίτους. Γιατί; Διότι είναι αντίθετη με θεμελιώδεις διατάξεις του διεθνούς δικαίου της θάλασσας για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις και το δικαίωμα των νησιών να έχουν δικές τους θαλάσσιες ζώνες όπως ακριβώς και οι ηπειρωτικές ακτές. Διότι παραβιάζει με τον τρόπο αυτό τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας στην εν λόγω θαλάσσια περιοχή. Και τέλος, διότι συνιστά προϊόν εκβιασμού, όπως μαρτυρούν όλα τα στοιχεία.

Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί η Τουρκία προχωράει σε αυτή την κίνηση. Εκτιμώ ότι η Τουρκία, από την στιγμή που έγιναν τα τριμερή σχήματα συνεργασίας (μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου-Ισραήλ), και διαφαίνεται η προοπτική κατασκευής του αγωγού East Med, ένιωσε παντελώς απομονωμένη και έξω από τις ενεργειακές εξελίξεις στην Μεσόγειο.
Η νέα πραγματικότητα στη Μεσόγειο προκαλεί μεγάλη ανασφάλεια και στον Ερντογάν, ο οποίος αυτή τη στιγμή αναμετράται με την τουρκική ιστορία: οραματίζεται να εξελιχθεί σε νέο εθνοπατέρα των Τούρκων, στόχο που θα ήθελε να υλοποιήσει το 2023, μαζί με την 100ή επέτειο της ανακήρυξης της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Έτσι, η Τουρκία επιχειρεί να μπει στο ενεργειακό παιχνίδι υπογράφοντας μνημόνιο κατανόησης με μια χώρα που δεν έχει σταθερή και αποδεκτή κυβέρνηση και με ένα καθεστώς που φαίνεται υπό κατάρρευση. Για τον λόγο αυτό, ο Ερντογάν δρομολογεί βιαστικές κινήσεις και προσπαθεί να προλάβει τις εξελίξεις στην Λιβύη, όσο είναι ακόμα καιρός. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να υπονοήσει την αποστολή στρατιωτικής δύναμης υπέρ του Σαράζ.

Με αυτό ως δεδομένο, ορθώς η Ελλάδα αυξάνει την πίεση, με στρατηγική διπλωματικής απομόνωσης της Τουρκίας, και βεβαίως συνέχιση της προσέγγισης των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Οι επικείμενες επαφές του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Πρόεδρο Τραμπ και κατόπιν τον Πρόεδρο Πούτιν σε λίγους μήνες, θα είναι κομβικής σημασίας.

Και εδώ θα ήθελα να υπογραμμίσω το εξής. Οι ενδιαφερόμενες χώρες, ο διεθνής παράγοντας – όπως συχνά αποκαλούμε την διεθνή κοινότητα – δεν πρόκειται να αποδεχθεί μια δεύτερη «Συρία» στην Μεσόγειο. Η παρεμβατική συμπεριφορά της Τουρκίας στην Μεσόγειο δεν θα γίνει αποδεκτή από κανέναν.

Και πρωτίστως δεν θα γίνει αποδεκτή από εμάς. Η Ελλάδα δεν είναι αδύναμη. Έχει στην διάθεση της πολλά εργαλεία και όπλα πίεσης, και φυσικά, ισχυρούς και ενεργούς συμμάχους.

Είμαστε μέρος της συμμαχίας της Ευρώπης, του μεγαλύτερου οικονομικά εταίρου της Τουρκία. Βεβαίως, και η Ευρώπη έχει συμφέροντα στην Τουρκία, δεν το παραγνωρίζουμε αυτό. Αλλά η τυχοδιωκτική συμπεριφορά της τελευταίας δεν μπορεί να συνεχιστεί στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, που συνιστά de facto σύνορο της Ευρώπης. Γι’ αυτό τις τελευταίες μέρες οι αντιδράσεις των Ευρωπαίων εταίρων είναι πιο έντονες.

Ακόμα, η Ελλάδα οφείλει να αδράξει τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται αυτή την στιγμή με την Αλβανία, με την Ιταλία και με την Αίγυπτο, και να προσπαθήσει να ολοκληρώσει τις συμφωνίες οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών.

Η απόφαση της Γαλλίας να μπλοκάρει για την ώρα την ευρωπαϊκή ενταξιακή προοπτική της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας, δίνει στην Ελλάδα την θέση ισχύος που χρειάζεται για να διαδραματίσει ρόλο στα Βαλκάνια. Μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα καλύτερο πλαίσιο και να διαπραγματευτούμε με τους γείτονές μας ωφέλιμες συμφωνίες.
Προσωπικά συμφωνώ με τον κ. Σαββαΐδη, ότι ο βασικός στόχος πρέπει να είναι πάντα η σύναψη συμφωνιών. Αλλά βεβαίως αυτό δεν αποτελεί δόγμα. Μετά τις εξελίξεις του 2009, την υπαναχώρηση των Τιράνων και την ακύρωση της υποδειγματικής συμφωνίας για οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών με την Αλβανία, η Ελλάδα μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματος της για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της στα 12 ν.μ.

Εδώ θέλω να καταθέσω μία άποψη για τις σχέσεις με την Αλβανία. Η υπαναχώρηση της Αλβανίας από την συμφωνία έγινε χωρίς κανένα κόστος για την ίδια, εξαιτίας, κατά την γνώμη μου, εκείνην την ώρα σε αδυναμία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Οι σχέσεις μας με τις χώρες όταν βασίζονται στο διεθνές δίκαιο, βασίζονται και στην αρχή pacta sunt servanda. Η Αλβανία οφείλει να καταλάβει ότι, εκτός από τα αδιαμφισβήτητα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, με την Ελλάδα έχει συμφέρον να τηρεί τα υπεσχημένα, εάν πραγματικά θέλει να έχει την Ελλάδα σύμμαχο στον αγώνα για την ευρωπαϊκή της ένταξη.
Επιπλέον, η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει ξανά στην διαπραγμάτευση με την Ιταλία για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, που λόγω εσωτερικών ιταλικών αντιδράσεων σε θέματα αλιείας και δικών μας καθυστερήσεων είχε παγώσει. Πρέπει οι «μαύρες τρύπες» των οριοθετήσεων να κλείσουν στα δυτικά, όπως πρέπει να κλείσουν και στα νότια.
Η υπογραφή της συμφωνίας Λιβύης-Τουρκίας, πέραν των προσπαθειών της ακύρωσης της, κάνει επιτακτική την ανάγκη της παρουσίας της Ελλάδας στις εξελίξεις στην Λιβύη, σε όποια πρωτοβουλία ληφθεί στο μέλλον. Δεν μπορεί η χώρα μας να είναι απούσα από τα τεκταινόμενα στην ζωτική της περιοχή. Στην κατεύθυνση αυτή, η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει τις προσπάθειες και τις διπλωματικές επαφές με την Αίγυπτο για την, έστω και μερικώς, οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών.
Κλείνοντας τα εκκρεμή μέτωπα στα νότια και στα δυτικά, το μόνο που μένει είναι να στραφούμε προς ανατολάς. Εδώ θεωρώ ότι η Ελλάδα πρέπει να καλλιεργήσει μια εθνική στρατηγική που θα στοχεύει στην οριστική διευθέτηση του ζητήματος οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών. Προσωπικά, πάντα ήμουν οπαδός της λογικής ότι πρέπει να υπάρξει λύση με την Τουρκία, για το καλό και των δύο λαών.
Η πραγματικότητα όμως είναι ότι δεν φαίνεται να υπάρχει οριστική λύση στο θέμα της υφαλοκρηπίδας που να μπορεί να δοθεί πολιτικά με διμερή συμφωνία. Γι’ αυτό και από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η βασική σταθερά της εξωτερικής μας πολιτικής ήταν η από κοινού προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, που αποτελεί το ύψιστο όργανο διεθνούς δικαιοδοσίας. Η αλήθεια βέβαια είναι πως επί δεκαετίες υπήρξε ολιγωρία και από τις ελληνικές και από τις τουρκικές κυβερνήσεις στην προσπάθεια σοβαρών διερευνητικών επαφών στην κατεύθυνση της Χάγης.
Σήμερα, δεδομένων των συγκυριών, είναι στο συμφέρον μας να επανεκκινήσουμε τις σχέσεις μας προς την κατεύθυνση αυτή. Ο μακροχρόνιος στόχος μας είναι η υπογραφή ενός συνυποσχετικού που θα ανοίξει τον δρόμο για το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Σε περίπτωση υπογραφής συνυποσχετικού και προσφυγής στη Χάγη, δημιουργείται ένα σημαντικό προηγούμενο, δεδομένου ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Θα είναι σημαντική νίκη και εργαλείο για τη διευθέτηση πιθανών μελλοντικών διαφορών, η – έστω και συγκυριακή – αναγνώριση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από την Τουρκία.
Ακόμα, είναι γνωστό, και το ανέφεραν και οι προηγούμενοι ομιλητές, ότι η Τουρκία δεν έχει επικυρώσει την Σύμβαση του ΟΗΕ για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, την γνωστή ως Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Και δεν έχει επικυρώσει ούτε την προγενέστερη Σύμβαση της Γενεύης για την Υφαλοκρηπίδα, του 1958. Οι συμβάσεις αυτές συνιστούν σταθμό για το δίκαιο της θάλασσας και εν πολλοίς τα ελληνικά επιχειρήματα βασίζονται σε αυτές.

Το σενάριο η Τουρκία να δεχθεί να υπογράψει και να επικυρώσει τις εν λόγω συμβάσεις, κάτι που θα άνοιγε τον δρόμο για διαπραγματεύσεις επί συγκριμένων άρθρων και κανόνων, βρίσκεται στην σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Το σενάριο όμως υπογραφής συνυποσχετικού δεν είναι τόσο αδύνατον, μιας και είχε επιτευχθεί το 1975 μεταξύ Καραμανλή και Ντεμιρέλ.

Εδώ θέλω να προσθέσω κάτι. Δεν υποτιμώ τις δυσκολίες τις οποίες έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Καθοριστικός παράγοντας για την επίτευξη αυτού του στόχου θα είναι η νέα ειδική σχέση η οποία πρέπει να επιδιωχθεί μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας. Μέσα σε αυτή την νέα σχέση, η οποία θα καλύπτει όλη την Ευρώπη, μπορεί και θα πρέπει να ενταχθεί η λογική της υποχρέωσης της Τουρκίας να αποδεχθεί τη δικαιοδοσία της Χάγης σε θέματα που αφορούν στα σύνορα της με την Ευρώπη, και άρα να διευκολυνθεί η Ελλάδα στις διερευνητικές επαφές με στόχο το συνυποσχετικό.

Μέρος ακόμα αυτής της ειδικής σχέσης θα είναι φυσικά και αδιαπραγμάτευτα η επίλυση του Κυπριακού, μέσω της λύσης της διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας που φαίνεται ότι η Τουρκία αμφισβητεί τον τελευταίο καιρό.

Κυρίες και κύριοι,
Τι θα σήμαινε, αν τελικά υπογραφόταν συνυποσχετικό και οδηγούμασταν στην Χάγη;
Θα σήμαινε de facto και de jure ότι η Τουρκία, αποδεχόμενη την δικαιοδοσία της Χάγης, αποδέχεται και έμμεσα την Σύμβαση του Montego Bay του 1982. Το δικαστήριο της Χάγης, στην λήψη αποφάσεων, εφαρμόζει τόσο το γραπτό συμβατικό διεθνές δίκαιο όσο και το εθιμικό δίκαιο. Τόσο η διεθνής νομολογία, όσο και νομολογία του συγκεκριμένου δικαστηρίου αναγνωρίζουν ότι η Σύμβαση του Montego Bay αποκρυσταλλώνει διεθνές εθιμικό δίκαιο, που δεσμεύει όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως εάν έχουν προσχωρήσει σε αυτή ή όχι. Το περιεχόμενο αυτού του κειμένου αναφοράς εφαρμόζεται από όλα τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα.

Έτσι, λοιπόν, η μέχρι τώρα αδυναμία της Ελλάδας να δεσμεύσει την Τουρκία σε πολιτικό διμερές επίπεδο σε μια διαπραγμάτευση βάσει των αρχών του διεθνούς δικαίου, θα επιτευχθεί μέσω της Χάγης.

Και για να προλάβω πιθανές ερωτήσεις από το ακροατήριο, είναι εύκολο να υπογραφεί συνυποσχετικό, και οφείλει να είναι η μόνη εναλλακτική της Ελλάδας;
Όχι, δεν είναι εύκολο και ούτε έχω αυταπάτες ότι αυτό μπορεί να συμβεί από την μία στιγμή στην άλλη. Ούτε πρέπει να είναι η μοναδική μας επιδίωξη αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική διαλόγου. Αλλά πιστεύω ότι πρέπει να πούμε ξεκάθαρα στους Τούρκους ότι η προσφυγή στη Χάγη θα δώσει αξιόπιστη και οριστική λύση. Στην περίπτωση που η Τουρκία αρνηθεί σοβαρές διερευνητικές επαφές με στόχο την Χάγη, τότε η ίδια θα βγει χαμένη. Θα έχει στείλει προς την διεθνή κοινότητα ακόμα ένα μήνυμα αδιαλλαξίας, ακόμα ένα δείγμα της αδυναμίας της να υπερασπιστεί με επιχειρήματα τις θέσεις της.

Θέλω να τονίσω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα δικαίου και αρχών, μια χώρα με συμμαχίες και με καλό brand name. Το τελευταίο διάστημα, έχει επανέλθει στην δημόσια συζήτηση μια οξεία ρητορική περί στρατικοποίησης της ελληνοτουρκικής έντασης.

Πολλοί λένε να κατεβάσουμε φρεγάτες, να κλείσουμε την περιοχή νοτίως της Κρήτης κλπ. Θα είμαι ξεκάθαρη: η εκ μέρους μας στρατικοποίηση της κατάστασης ρίχνει νερό στο μύλο της Τουρκίας. Δεν πρέπει να κάνουμε το χατίρι στην Τουρκία και να ολισθήσουμε σε ένα παίγνιο ακραίας ρητορικής που μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση της χώρας μας και σε περαιτέρω κλιμάκωση της κατάστασης.

Σε αυτό το σημείο, επιτρέψτε μου δυο λόγια για το μεταναστευτικό. Τόσο η Ελλάδα, όσο και η Ευρώπη, δεν πρέπει να επιτρέψουν στην Τουρκία την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού, που είναι η πολιτική που μέχρι τώρα επιτυχώς ακολουθεί ως μέσο εκβιασμού της Ευρώπης. Αυτό σημαίνει ξεκάθαρα ότι το χθεσινό μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία για μια διαφορετική πολιτική φύλαξης των συνόρων πρέπει να ληφθεί σοβαρά και από τους μεν και από τους δεν. Καμία ένωση 500 εκατομμυρίων ανθρώπων δεν μπορεί να αποδεχθεί την λογική ότι είναι όμηρος μιας χώρας η οποία προσπαθεί δια του μεταναστευτικού να πετύχει τους δικούς της στόχους.

Τέλος, κυρίες και κύριοι,
Από την εποχή του Μακιαβέλλι, γνωρίζουμε ότι μια χώρα είναι δυνατή όταν έχει ισχυρή άμυνα και ισχυρές συμμαχίες. Για τις ισχυρές συμμαχίες μίλησα πριν. Για την ισχυρή άμυνα, εστάλη ένα θετικότατο μήνυμα από την ομόφωνη ψήφιση στην ολομέλεια της Βουλής της αναβάθμισης των F-16 και των Mirage.

Εδώ, έχω να προσθέσω το εξής: κατά την δική μου άποψη, η κυβέρνηση πρέπει να επανεξετάσει το θέμα της στρατιωτικής θητείας. Το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας προβλέπει υποχρεωτική θητεία στα 18. Και επίσης όμως, οφείλουμε να πούμε ανοιχτά ότι η επιμήκυνση της θητείας ιδιαίτερα στον στρατό ξηράς, αλλά και στα άλλα όπλα, δεν μπορεί να είναι ταμπού. Είναι μια συζήτηση που πρέπει να ανοίξουμε, με θάρρος και χωρίς φόβο για πολιτικό κόστος.

Κλείνοντας, θέλω να τονίσω για άλλη μία φορά πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει εθνική ομοψυχία στην πράξη, όχι μόνο στα λόγια. Χρειάζεται κοινή συμπεφωνημένη μακροπρόθεσμη στρατηγική. Η παρούσα κυβέρνηση άλλαξε την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης, και εφαρμόζει την εθνική συναίνεση στην πράξη.

Το μήνυμα προς την Άγκυρα πρέπει να είναι σαφές: είμαστε έτοιμοι να προσέλθουμε στο τραπέζι του διαλόγου με καλή πίστη για την οριστική επίλυση των διαφορών μας. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούμε τη λογική της επιβολής απόψεων κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, όπως έγινε με την συμφωνία της Λιβύης. Πάντοτε πίστευα και πιστεύω, ότι στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής χρειάζονται καλή πίστη και καθαρές κουβέντες.

Η Άγκυρα ξέρει ότι είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε, να βρούμε συγκλίσεις με στόχο την ειρηνική συνεργασία. Αλλά ξέρει επιπλέον καλά ότι ποτέ δεν θα διαπραγματευτούμε την εθνική μας κυριαρχία. Αυτήν θα την υπερασπιστούμε με κάθε τρόπο.»

zarpanews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ