Νέα ένταση στη δίκη Λεμπιδάκη: Κατηγορούμενος είπε τον αστυνομικό “ψευδομάρτυρα”

Η ένταση στο ακροατήριο χτύπησε “κόκκινο”, καθώς ο 45χρονος κατηγορούμενος εκνευρίστηκε, αμφισβητώντας ότι αντιστάθηκε κατά τη σύλληψή του, χαρακτηρίζοντας, μάλιστα, τον αστυνομικό ως «ψευδομάρτυρα».

“Κόκκινο” χτύπησε χθες για μια ακόμη φορά η ένταση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης, όπου εκδικάζεται η υπόθεση της απαγωγής του Μιχάλη Λεμπιδάκη: Η δίκη συνεχίστηκε χθες (σ.σ. πρόκειται για την πρώτη συνεδρίαση του δικαστηρίου μέσα στο 2019) με καταθέσεις – κυρίως – αστυνομικών που είχαν ασχοληθεί με την πολύκροτη υπόθεση.

Το δικαστήριο διέκοψε χθες λίγο πριν τη 1 το μεσημέρι. Η δίκη συνεχίζεται σήμερα στις 9:30 το πρωί με καταθέσεις αστυνομικών. Πρόκειται για τους δύο τελευταίους μάρτυρες του κατηγορητηρίου. Κατόπιν, εκτός απροόπτου, η εκδίκαση της υπόθεσης θα συνεχιστεί με την ανάγνωση των εγγράφων της δικογραφίας.

Νέα ένταση στη δίκη Λεμπιδάκη

Ωστόσο, τα πνεύματα οξύνθηκαν όταν ένας εκ των κατηγορουμένων επιτέθηκε φραστικά σε αστυνομικό που κατέθετε ως μάρτυρας: O εν λόγω κατηγορούμενος δε δίστασε να χαρακτηρίσει τον άνδρα της ΕΛ.ΑΣ. «ψευδομάρτυρα», με την Έδρα να διακόπτει τη συνεδρίαση για αρκετή ώρα μέχρις ότου ηρεμήσει η κατάσταση.

Η χθεσινή, τέταρτη συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης για την πολύκροτη υπόθεση ξεκίνησε με την κατάθεση εργαζόμενης του ΠΑΓΝΗ, η οποία – όπως όλα δείχνουν – την ώρα που σχολούσε από τη δουλειά της ήρθε τετ-α-τετ με τον Μιχάλη Λεμπιδάκη και τους απαγωγείς του. Όπως είπε χαρακτηριστικά, την 30ή Μαρτίου του 2017 έφυγε από το νοσοκομείο από τον πίσω δρόμο του ΠΑΓΝΗ. Είδε τότε, όπως ανέφερε, αυτοκίνητα να μπαίνουν με μεγάλη ταχύτητα στον παράδρομο. «Πώς πάνε έτσι;», αναρωτήθηκε τότε η μάρτυρας, όπως είπε χθες ενώπιον της Έδρας.

Όπως ανέφερε, κατόπιν είδε δύο σταματημένα αυτοκίνητα στην άκρη του δρόμου και έναν άνδρα να κρατά ένα παιδί. Γρήγορα διαπίστωσε, όμως, ότι δεν ήταν παιδί, αλλά άντρας σκυμμένος που τον κρατούσαν. «Πανικοβλήθηκα», είπε η γυναίκα, προσθέτοντας ότι δεν ξεχώρισε εάν ο άνθρωπος που κρατούσε τον σκυμμένο άνδρα φορούσε μάσκα, ή ήταν μελαμψό το πρόσωπό του, ενώ πρόσθεσε, ακόμη, ότι δε φαίνονταν τα μαλλιά του. Είπε, εξάλλου, ότι ο άνδρας αυτός της φάνηκε ότι ήταν ψηλός και γεροδεμένος, αλλά λεπτός. Σύμφωνα με την ίδια, ο άνθρωπος που κρατούσε τον σκυμμένο άνδρα τής έκανε νόημα να πλησιάσει προς το σημείο.

«Φοβήθηκα και έφυγα γρήγορα με όπισθεν», ανέφερε η μάρτυρας. «Τρόμαξα πολύ και δεν ήμουν ψύχραιμη για να αντιληφθώ περισσότερα πράγματα», είπε η γυναίκα. Όταν ερωτήθηκε από την Έδρα για το αν μπορεί να αναγνωρίσει τον άνδρα που είδε κοιτώντας τους κατηγορούμενους, εκείνη απάντησε αρνητικά. Όπως πρόσθεσε, αφού έφτασε στο σπίτι της στο Ηράκλειο, συζήτησε τα όσα είδε με την οικογένειά της. Σύμφωνα με την ίδια, το ίδιο βράδυ έμαθε για την απαγωγή και πήγε κατευθείαν στην Αστυνομία.

Στη συνέχεια κατέθεσε ένας άνδρας, ο οποίος διέμενε σε χωριό της Μεσαράς. Πρόκειται για τον ιδιοκτήτη του Μazda που εκλάπη και χρησιμοποιήθηκε από τους απαγωγείς. Όπως είπε ο ίδιος, το όχημά του εκλάπη στις 28 Φεβρουαρίου του 2017 (σ.σ. δύο 24ωρα πριν την απαγωγή) από το συνεργείο όπου το είχε αφήσει για αρκετό καιρό. Πρόσθεσε ακόμη ότι είχε αφήσει τα κλειδιά του αμαξιού στο συνεργείο, συμπληρώνοντας ότι σε κάποια χρονική στιγμή τον ενημέρωσαν ότι το κλειδί είχε χαθεί. Είπε, τέλος, ότι είχε παραδώσει τις πινακίδες τού αυτοκινήτου από το 2012.

Τρίτος κατέθεσε χθες αστυνομικός που την περίοδο της απαγωγής υπηρετούσε στην Τροχαία του ΒΟΑΚ. Ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι το βράδυ της 6ης προς 7η Ιουλίου του 2017 έλαβαν εντολή να ακολουθήσουν και να ελέγξουν ένα αυτοκίνητο. Πρόκειται για το αμάξι στο οποίο επέβαιναν τρεις από τους κατηγορούμενους και από το οποίο φέρονται να εστάλησαν μηνύματα, εκείνο το βράδυ, προς την οικογένεια Λεμπιδάκη. Ο αστυνομικός ανέφερε μεταξύ άλλων ότι έγινε προσαγωγή των τριών ανδρών, επισημαίνοντας ότι μόνο ένας από αυτούς είχε μαζί του ταυτότητα. Εξάλλου, κανείς από τους τρεις δεν είχε μαζί του κινητό τηλέφωνο. Στο αστυνομικό τμήμα τούς βεβαιώθηκε παράβαση επειδή είχαν αλλάξει το χρώμα τού αυτοκινήτου.

Κατόπιν εξετάστηκε αστυνομικός της Ασφάλειας Ηρακλείου. Ο εν λόγω μάρτυρας συμμετείχε, όπως είπε, στην παρακολούθηση ατόμων – μεταξύ των οποίων και κάποιοι από τους κατηγορούμενους – που συναντήθηκαν σε σπίτι στον Βρασκά Σφακίων. Μεταξύ των ατόμων αυτών συμπεριλαμβάνεται και άτομο το οποίο έχει καταδικαστεί για την εμπλοκή του στην υπόθεση απαγωγής του Περικλή Παναγόπουλου, τον Ιανουάριο του 2009.

Ακολούθησε η κατάθεση αστυνομικού του Τμήματος Ειδικών Αποστολών Κρήτης, ο οποίος συμμετείχε σε παρακολουθήσεις υπόπτων, σε σπίτια, σε Ίμπρο και Βρασκά Σφακίων. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα μέτρα προφύλαξης που λάμβαναν τα άτομα που συναντήθηκαν στο σπίτι στην Ίμπρο στις 24 Ιουλίου του 2017, αλλά και στον Βρασκά ακριβώς μια εβδομάδα αργότερα. «Δεν υπήρχε φως, ούτε ακούγαμε κάτι, ενώ ήμασταν σε απόσταση 15 μέτρων ακριβώς απέναντι από το σπίτι», ανέφερε ο άνδρας της ΕΛ.ΑΣ., ο οποίος είπε ακόμη ότι πιθανότατα ο Μιχάλης Λεμπιδάκης κρατείτο όμηρος στο σπίτι στον Βρασκά.

Εξάλλου, ο αστυνομικός του ΤΕΑ Κρήτης αναφέρθηκε και στο ότι η ομάδα του παρακολουθούσε τη μάντρα αυτοκινήτων στο Ρέθυμνο, 5 με 6 ημέρες πριν την έφοδο σ’ αυτήν και την απελευθέρωση του απαχθέντος. Όπως είπε χαρακτηριστικά, οι αστυνομικοί βρίσκονταν σε βουνό, στα 130 μέτρα απόσταση από τη μάντρα, και παρακολουθούσαν με διόπτρα και αποστασιόμετρο.

Ακολούθησε η κατάθεση αστυνομικού – επίσης – από το ΤΕΑ Κρήτης. Ο τελευταίος συμμετείχε και αυτός στις παρακολουθήσεις στα σπίτια σε Βρασκά και Ίμπρο. Κατέθεσε, πάντως, μεταξύ άλλων, αναφορικά με την επιχείρηση σύλληψης του 45χρονου Ρεθυμνιώτη επιχειρηματία, λίγο μετά την απελευθέρωση Λεμπιδάκη. Όπως κατέθεσε, ο 45χρονος – ο οποίος είχε χαρακτηριστεί ως «στόχος υψηλής επικινδυνότητας» – άνοιξε την πόρτα πέντε λεπτά αφότου οι αστυνομικοί του τη χτύπησαν, ενώ τον χαρακτήρισε εριστικό. Σύμφωνα με τον αστυνομικό, όταν του είπαν ότι θα τον συλλάβουν, εκείνος τους απώθησε. Τότε, όπως είπε, ασκήθηκε «αναγκαία βία», με τον 45χρονο να καταλήγει στο έδαφος – οπότε και τραυματίστηκε – και να συλλαμβάνεται.

 “Άναψαν τα αίματα”: «Είσαι ψευδομάρτυρας»

Η ένταση στο ακροατήριο χτύπησε “κόκκινο”, καθώς ο 45χρονος κατηγορούμενος εκνευρίστηκε, αμφισβητώντας ότι αντιστάθηκε κατά τη σύλληψή του, χαρακτηρίζοντας, μάλιστα, τον αστυνομικό ως «ψευδομάρτυρα». «Για κοίταξέ με… Με έχεις ξαναδεί; Εγώ ορκίζομαι στα παιδιά μου. Εσύ ορκίζεσαι ή είσαι στείρος όπως είσαι στο μυαλό;», ρώτησε ο κατηγορούμενος τον αστυνομικό. Η Έδρα διέκοψε αμέσως τη συνεδρίαση για αρκετή ώρα μέχρι να ηρεμήσουν τα πνεύματα. «Εδώ μέσα δεν είναι ούτε καφενείο, ούτε μπαρ. Δεν μπορεί ο καθένας να παίρνει τον λόγο όποτε θέλει εδώ μέσα», ανέφερε η πρόεδρος όταν οι δικαστές ανέβηκαν ξανά στην Έδρα.

Τελευταίος κατέθεσε χθες αστυνομικός που υπηρετεί στην Αττική, και στον οποίο ανατέθηκε στις 17 Ιουλίου του 2017 η παρακολούθηση υπόπτων σε γνωστό εστιατόριο επί της λεωφόρου Συγγρού στην Αθήνα. Εκεί συναντήθηκε, σύμφωνα με τον αστυνομικό, ο 49χρονος με καταγωγή από το Ρέθυμνο με άλλα τρία άτομα. Το ένα εξ αυτών ήταν ο 46χρονος Ρεθυμνιώτης που ζει στην Αθήνα και θεωρείται από τις Αρχές ως ένας από τους «εγκεφάλους» της υπόθεσης.

Σημειώνεται ότι χθες δεν έδωσαν το “παρών” στο δικαστήριο δύο από τους κατηγορούμενους (σ.σ. από αυτούς που παραμένουν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους), καθώς δεν κατάφεραν να ταξιδέψουν στην Κρήτη λόγω των κακών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν.

Πηγή: neakriti.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ