Κυριάκος Μητσοτάκης: Τρία χρόνια φαγούρα ή μια χαμένη ευκαιρία

Η ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη την ηγεσία της ΝΔ πριν από τρία χρόνια δεν ήταν θρίαμβος: τον ψήφισαν 173.00 άτομα και πήρε μόλις 52,43%. Ωστόσο ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Για λόγους που δεν είναι του παρόντος από «χαμένος από χέρι» κατέστη πρωταγωνιστής. Είχε καλό προφίλ και το χρόνο με το μέρος του: ως το τέλος της τρέχουσας Βουλής δεν είχε δοκιμασία στη λαϊκή ετυμηγορία.

Συνεπώς είχε όλα τα περιθώρια να διαμορφώσει το στίγμα του, που το ενίσχυε η τοποθέτηση του Κωστή Χατζηδάκη σε ρόλο αντιπροέδρου. Η λογική συνέχεια ήταν να κάνει συγκροτημένη αντιπολίτευση αναπτύσσοντάς την πολιτική του και στην κατάλληλη ώρα να χτυπήσει με σοβαρό τρόπο και ωριμότητα την πόρτα της πρωθυπουργίας.

Όλα ήταν δικά του. Ως την ώρα που άρχισε να αυτοπυροβολείται μανιωδώς και να καίει ένα μετά το άλλο τα χαρτιά με τα οποία αναδείχθηκε. Σήμερα θεωρείται ιδανικός αρχηγός της ΝΔ, αλλά για τον… Αλέξη Τσίπρα.

Τι έφταιξε και ενδέχεται να γίνει ο τρίτος στη ΝΔ, μετά τον Αβέρωφ και τον Έβερτ, που πήγαν ως τη βρύση και νερό δεν ήπιαν; Γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος στη ΝΔ που να πιστεύει σ’ αυτόν- εκτός από τυχοδιωκτικά στοιχεία, δημοσιογραφικά σούργελα και γελωτοποιούς του βασιλέως που τον αγιογραφούν είτε κατ’ ανάθεση, είτε από ενοχή και συμφέρον;

Γιατί ένας νέος πολιτικός με καλό ξεκίνημα, με προσωπική ευπρέπεια -παρά το κακόφημο οικογενειακό όνομα, ήπιο λόγο και ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες, μετατράπηκε σε ακραίο πολιτικό της σειράς, με εξαλλοσύνη, απανωτές γκάφες και συγκαλυμμένο αντιευρωπαϊσμό; Γιατί υπέταξε την πολιτική του και τον εαυτό του εν τέλει σε πρόσωπα στα οποία δεν θα έπρεπε να δίνει ούτε το χέρι του;
Οι εξηγήσεις ποικίλουν. Κάποιοι λένε με κακεντρέχεια ότι φταίει η βουλιμία του για εξουσία -που αγγίζει τα όρια της απληστίας και τον οδηγεί να τα θέλει όλα σε ένα κόμμα που έχει άλλο DNA.

Άλλοι λένε ότι την ευθύνη έχουν δυο εκδότες -ο ένας εκτός παιχνιδιού πλέον- που τον στρατολόγησαν, αμέσως μετά την ανάδειξή του, να ζητήσει εκλογές έξι μήνες από τις προηγούμενες κάλπες- χωρίς να σκεφθεί πώς νοείται σε ένα μήνα να γίνει και αρχηγός κόμματος και πρωθυπουργός.

Πολλοί προτάσσουν την εξάρτησή του από τον Σαμαρά. Τον έβαλε στην κυβέρνησή του- για να τιμωρήσει και άλλο τον πατέρα του και την αδελφή του -και τον προώθησε στην ηγεσία κρίνοντας ότι είναι του χεριού του. Όχι αδίκως: ο πρώην πρωθυπουργός του επέμενε να κάνει τον Άδωνι αντιπρόεδρο και να απορρίψει τη λύση στο Μακεδονικό- αλλά και την αποκρουστική ρητορεία του.

Ό,τι και αν ισχύει, τρία χρόνια μετά την ανάδειξή του στην ηγεσία της ΝΔ και στη θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο Κυριάκος Μητσοτάκης διέψευσε τις αρχικές προσδοκίες και δεν δικαίωσε τους υποστηρικτές του. Ακόμη και όσοι τον περιμένουν να γίνει πρωθυπουργός δηλώνουν απογοητευμένοι- αν όχι εγκλωβισμένοι- από τη λειτουργία του.

Η σκηνική παρουσία του πάει από το κακό στο χειρότερο, ο πολιτικός λόγος του εκπίπτει όλο και χαμηλότερα και προς τα δεξιά, η προσωπική ακτινοβολία του περιορίζεται, η έννοια της πολιτικής εξοβελίζεται χάριν της επικοινωνίας επί των ημερών του.

Είναι πρόεδρος της ΝΔ, αλλά δεν θεωρείται από κανέναν στο εσωτερικό της και ηγέτης της. Στο πρώτο στραβοπάτημα θα έφευγε, αν δεν υπήρχε το δόγμα Καραμανλή: αυτόν βγάλαμε με αυτόν θα πάμε στις εκλογές.

Την επομένη των εκλογών ο Κυριάκος έχει μόνο μια πιθανότητα να ξημερώσει επικεφαλής της ΝΔ: να πάρει αυτοδυναμία και να εδραιωθεί με το ιμπέριουμ του εντολοδόχου Πρωθυπουργού. Κάθε άλλο αποτέλεσμα τον οδηγεί σε άμεσο αποκεφαλισμό. Και στο περιθώριο.

Από μια άποψη αυτό τον αδικεί. Είναι πολιτικός με τυπικά προσόντα απαραίτητα στο Κοινοβούλιο. Όσο κι αν διαφωνεί κανείς μαζί του, ισχύει ό,τι και για τον Σημίτη: είναι κακός στην άσκηση διακυβέρνησης, αλλά είναι χρήσιμος σε μια πολιτική σκηνή που κατακλύζεται διαρκώς από ρετάλια.

Ο νεότερος Μητσοτάκης μπορεί να μην έχει ηγετικά προσόντα, μπορεί να είναι ο χειρότερος αρχηγός αξιωματικής αντιπολίτευσης στης Μεταπολίτευση, από πλευράς κύρους και πολιτικού περιεχόμενου, μπορεί να έμπλεξε με τις χειρότερες παρέες που μπορεί να έχει κάποιος στην πολιτική, μπορεί να λειτουργεί ως γόνος. Αλλά δεν είναι για πέταμα.

Αυτοακυρώθηκε και κατέστρεψε ό,τι μπορούσε να προσφέρει στο δημόσιο βίο, γιατί παρέβη βασικούς νόμους της πολιτικής: πήγε από νωρίς να δαγκώσει περισσότερο από όσο μπορούσε να μασήσει, έδωσε την εντύπωση ότι διεκδικεί την εξουσία ως κληρονομικό δικαίωμα και- βάζοντας τις φιλοδοξίες του μπροστά από τις δυνατότητες του -ανέδειξε έναν χαρακτήρα που δεν κάνει και πολλούς να τον θέλουν για παρέα.

Κρίμα. Μπορεί να μην έχει τα προσόντα και το εκτόπισμα της Ντόρας που παραγκώνισε- αν δεν την εξευτέλισε κιόλας, περισσότερο και από τον Σαμαρά-, αλλά μπορούσε να καθιερωθεί στο πολιτικό σκηνικό ως φορέας εκσυγχρονισμού της ΝΔ. Και ως επικεφαλής της να πάει την Κεντροδεξιά πιο μπροστά από όσο την πήγε ο Κ. Καραμανλής. Αρκούσε να κρατήσει το αρχικό ύφος, να απομακρύνει τα αγκάθια που κληρονόμησε, να κλείσει τις πόρτες στην Ακροδεξιά και εν τέλει να καταστεί σοβαρός υποψήφιος για την άσκηση σοβαρής διακυβέρνησης.

Τώρα ακόμη και αν γίνει πρωθυπουργός θα είναι χαμένη ευκαιρία για το κόμμα του και επιζήμιος για τη χώρα. Όσο για τον εαυτό του: πούσαι νιότη που που μούλεγες πως θα γινόμουν άλλος.

Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ