Κορονοϊός – Ασθενείς: Τα πέντε συμπτώματα που επιμένουν επί μακρόν

Νέα επιστημονική μελέτη υποστηρίζει ότι οκτώ στους 10 ανθρώπους που νόσησαν από κορονοϊό στο παρελθόν βρίσκονταν ακόμα αντιμέτωποι με τουλάχιστον μία μακροχρόνια παρενέργεια, η οποία διαρκούσε περισσότερες από δύο εβδομάδες.

Η ανάλυση όλων των διαθέσιμων στοιχείων έδειξε ότι περισσότερα από 50 συμπτώματα είναι εκείνα που διαρκούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι ερευνητές στις ΗΠΑ, λοιπόν, κατέταξαν κάθε σύμπτωμα σύμφωνα με το πόσο συχνά εμφανιζόταν στους 47.910 ασθενείς που μελετήθηκαν, διαπιστώνοντας ότι τα πέντε πιο συχνά συμπτώματα ήταν η κόπωση (58%), ο πονοκέφαλος (44%), η διάσπαση προσοχής (27%), η απώλεια μαλλιών (25%) και η δυσκολία στην αναπνοή (24%).

Κάποια από τα λιγότερο συχνά προβλήματα που προκαλούσε η COVID-19 ήταν η παράνοια, η διαταραχή μετατραυματικού στρες, η υπέρταση, το εγκεφαλικό επεισόδιο, ο διαβήτης και η αρρυθμία. Οι επιστήμονες, ωστόσο, τόνισαν ότι μπορεί να υπάρχουν και συμπτώματα που δεν έχουν ταυτοποιηθεί ακόμη, καθώς η νόσος παραμένει υπό μελέτη. Άλλοι ειδικοί αναφέρουν πως ενδεχομένως να υπάρχουν έως και 170 άλλα συμπτώματα, όπως οι εξάψεις, η σύγχυση, ο πόνος στο στήθος και η κατάθλιψη.

Ολόκληρη η επιστημονική κοινότητα, πάντως, προειδοποιεί ότι κάποια από τα μακροχρόνια συμπτώματα της COVID-19 μπορεί να διαρκέσουν για πολλούς μήνες ή και χρόνια, βάσει των δεδομένων άλλων κορωνοϊών όπως ο SARS.

«Δεν έχει διαπιστωθεί ακόμα αν το φύλο, το γένος, η ηλικία, η εθνικότητα, οι υποκείμενες παθήσεις, το ιικό φορτίο ή εξέλιξη της COVID-19 επηρεάζουν σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης μακροχρόνιων παρενεργειών από τη νόσο. Στη βιβλιογραφία που εξετάσαμε, εμείς εντοπίσαμε συνολικά 55 μακροχρόνιες επιδράσεις που σχετίζονται με την COVID-19», τονίζει η Δρ. Sandra Lopez-Leon, αναφερόμενη στην επιστημονική εργασία που προς το παρόν δεν έχει εξεταστεί από άλλους ειδικούς.

Η ερευνητική ομάδα περιέγραψε λεπτομερώς τα πιο συχνά συμπτώματα:

Κόπωση
Σχεδόν οι έξι από τους 10 ανθρώπους υποφέρουν από κόπωση μετά την ανάρρωσή τους από COVID-19. Κάποιοι, μάλιστα, έρχονται αντιμέτωποι με την κατάσταση αυτή ακόμα και 100 ημέρες μετά την έναρξη των πρώτων συμπτωμάτων του κορωνοϊού.

Διάφορες μελέτες έχουν βρει ότι η κόπωση είναι το πιο συχνό και ενοχλητικό πρόβλημα που προκύπτει μακροπρόθεσμα από την COVID-19, με τη Δρ. Lopez-Leon και τους συνεργάτες της να αναφέρουν πως άλλα μακροχρόνια συμπτώματα της νόσου προσομοιάζουν στο Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης.

Ψυχικές διαταραχές
Η ερευνητική ομάδα ανακάλυψε, επίσης, πολλά «νευροψυχιατρικά συμπτώματα», δηλαδή ψυχικές διαταραχές που συνδέονται με παθήσεις των νεύρων. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκαν κεφαλαλγίες (44%), διάσπαση προσοχής (27%) και απώλεια όσφρησης (21%).

Τα συμπτώματα αυτά θα μπορούσαν να είναι αποτέλεσμα του ότι ο κορωνοϊός επηρεάζει άμεσα τον εγκέφαλο, την παροχή οξυγόνου, τις φαρμακευτικές αγωγές ή το στρες λόγω νόσησης από μια θανατηφόρο ασθένεια.

Τριχόπτωση

Ένας στους τέσσερις ανθρώπους που είχαν νοσήσει από COVID-19 ανέφεραν απώλεια μαλλιών, γεγονός που τους δημιουργούσε άγχος. Σημειώνεται, πάντως, ότι η κατάσταση αυτή αφορά περισσότερο σε αποχρωματισμό και λέπτυνση της τρίχας, παρά σε πλήρη απώλεια μαλλιών. Τα καλά νέα είναι ότι η τελογενής τριχόπτωση -όπως λέγεται επιστημονικά η εν λόγω κατάσταση- φαίνεται πως αποτελεί βραχυπρόθεσμο σύμπτωμα της νόσου, με διάρκεια περίπου τριών μηνών.

Δυσκολία στην αναπνοή
Η δύσπνοια παρουσιάστηκε στο 25% των ασθενών με COVID-19, ενώ ανωμαλίες στις ακτινογραφίες πνευμόνων βρέθηκαν στο 35% των πασχόντων και 100 ημέρες μετά την προσβολή τους από τον ιό.

Στο 10% των ασθενών παρατηρήθηκε, επίσης, μείωση της πνευμονικής λειτουργίας, με τους ερευνητές να υποστηρίζουν πως είναι δύσκολο να αξιολογήσουν αν τα προβλήματα στους πνεύμονες προϋπήρχαν της COVID-19, επειδή οι περισσότεροι ασθενείς δεν είχαν υποβληθεί σε εξετάσεις πριν τη νόσησή τους από τον κορονοϊό.

Το κύμα των μακροχρόνια πασχόντων
Έρευνα από τη βρετανική Στατιστική Αρχή έδειξε ότι ένας στους πέντε ανθρώπους με κορονοϊό νοσούν έως και πέντε εβδομάδες αργότερα, ενώ ένας στους 10 βιώνει συμπτώματα για 12 εβδομάδες ή και περισσότερο.

Αναφερόμενος στα ευρήματα, ο Δρ. David Strain από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Exeter δήλωσε: «Οι μακροχρόνιες συνέπειες για τα άτομα αυτά και τον πληθυσμό στο σύνολό του θα μπορούσε να είναι καταστροφικές όσον αφορά στις σωματικές εκδηλώσεις τους τόσο για τα ίδια τα άτομα όσο και για τις οικονομικές επιπτώσεις, καθώς οι άνθρωποι αυτοί είναι ανίκανοι να εργαστούν».

ygeiamou.gr 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ