Και από Δευτέρα, κηδείες…

Ο αδάμαστος Έλληνας καρναβαλίστηκε, εκκλησιάστηκε και έφυγε για την εξοχή. Θα επιστρέψει για την παρέλαση

Το πάθημα της Ιταλίας γίνεται μάθημα, αλλά μόνο στον υπόλοιπο κόσμο. Εμείς οι Έλληνες διδαχθήκαμε μόνο ένα πράγμα, από την τραγωδία που ζουν οι γείτονές μας: ότι «ούνα φάτσα ούνα ράτσα».

Εκείνοι, βεβαίως, είχαν άλλοθι. Ούτε γνώριζαν την πραγματική φύση του εχθρού ούτε μπορούσαν να διανοηθούν τις διαστάσεις του τσουνάμι.

Ξεχύθηκαν στα καφέ, στις τρατορίες και στα χιονοδρομικά κέντρα επειδή υποτίμησαν το πρόβλημα και πίστεψαν ότι θα ξεμπέρδευαν με λίγο βήχα και 3-4 μέρες στο κρεβάτι.

«Ευκαιρία να ξεκουραστούμε κιόλας», θα σκέφτηκαν πολλοί, την ώρα που μοιράζονταν την πίτσα και το κιάντι.

Tρεισήμισυ χιλιάδες νεκρούς αργότερα, οι ραγκάτσι θρηνούν τα θύματα, ψάχνουν χώμα για να θάψουν τα πτώματα και προειδοποιούν τους αμέριμνους: «Για τον θεό, καθίστε στα σπίτια σας».

Οι Ιταλοί έμαθαν όσα δεν γνώριζαν με τον πιο σκληρό και οδυνηρό τρόπο. Εμείς ποια δικαιολογία έχουμε για το φέρσιμό μας;

Καμία απολύτως. Η ανευθυνότητα και η αδιαφορία αυτού του λαού καταδεικνύεται σε κάθε έκφραση της ζωής του, ακόμα και όταν μπαμπούλες απειλούν τη ζωή των παιδιών του.

Μήπως αλλάξαμε ποτέ τον τρόπο που οδηγούμε στους απερίγραπτους δρόμους μας; Μήπως ελαττώσαμε το κάπνισμα; Μήπως υιοθετήσαμε τις οδηγίες των ειδικών για υγιεινή διατροφή και συστηματική εκγύμναση; Μήπως στραφήκαμε στην παιδεία και στην ενημέρωση;

Η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στον πάτο σε όλους τους δείκτες που έχουν να κάνουν με ατομική ή συλλογική ευθύνη. Τροχαία ατυχήματα, κάπνισμα, παχυσαρκία, άθληση, εθελοντισμό, πάει κλαίγοντας.

Σε μία χώρα όπου τίποτε δεν λειτουργεί σωστά και τίποτε δεν προοδεύει, δεν μπορεί να φταίνε μόνο οι κυβερνήσεις.

Η οπισθοδρόμηση ξεκινάει από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μας, περνάει από την κάλπη και επιστρέφει ανανεωμένη στην εξώπορτά μας για να μας ζητήσει εξηγήσεις. Εμείς κωφεύουμε και συνεχίζουμε το βιολί μας απτόητοι.

Όταν κάποιος απηυδισμένος τολμάει να μας επισημάνει πόσες δεκαετίες πίσω έχουμε μείνει από την υπόλοιπη Ευρώπη (ακόμα και από ανατολικές χώρες που ξεκίνησαν με κραυγαλέο χάντικαπ), τον προτρέπουμε να σκαρφαλώσει ξανά στα κλαδιά για να μασουλήσει βελανίδια. Τα ίδια που έτρωγαν οι πρόγονοι των κουτόφραγκων, όσο εμείς χτίζαμε Παρθενώνες.

Η εικόνα της χώρας τις μέρες της εφιαλτικής πανδημίας αποδεικνύει ότι εμείς επιστρέψαμε πρώτοι στα δέντρα. Ακόμα και ο Μητσοτάκης μοιάζει λογικός και σώφρων στρατάρχης, μπροστά στην ακοινώνητη συμπεριφορά του ποιμνίου του.

Οι δρόμοι, οι πλατείες και οι αμμουδιές γεμίζουν με πολίτες, που συγχρωτίζονται και σταυροφιλιούνται σαν να μη τρέχει το παραμικρό. Οι πιστοί σπεύδουν στις εκκλησίες καθ’ εκάστην, μολονότι οι λειτουργίες σταμάτησαν.

Στις λαϊκές αγορές πωλητές και αγοραστές συνωστίζονται για το αλισβερίσι χωρίς ασπίδα προστασίας. Αργόσχολα γερόντια περνούν τα πρωινά τους σε τράπεζες και δημόσιες υπηρεσίες για να σκοτώνουν την ώρα τους.

Πολλά μαγαζιά ανοίγουν στη ζούλα, μπάζουν πελάτες με ενδοσυνεννόηση και κλειδαμπαρώνουν τις πόρτες για τον φόβο του χωροφύλακα. Ακόμα και μέσα στα σπίτια διοργαώνονται παρτάκια καραόκε και συναθροίσεις, όσο περισσότεροι τόσο το καλύτερο.

Και φυσικά η επαρχία πλημμυρίζει από κορωνοτουρίστες διασπορείς του ιού, μολονότι οι υποδομές υγείας είναι παντού υποτυπώδεις.

«Μόλις φτάσουμε, θα κλειστούμε στα σπίτια και δεν θα ξαναβγούμε», ψεύδονται οι εκδρομείς. Από Δευτέρα μάλλον θα επιβληθεί γενική απαγόρευση κυκλοφορίας, αλλά ποιος να την επιβάλει στα βουνά και στις βραχονησίδες…

Και η ζωή συνεχίζεται, σε πείσμα της καραντίνας και της Ιταλίας. Με σημαίες, με ταμπούρλα, χωρίς μάσκες και χωρίς γενικευμένες εξετάσεις για τον φονικό ιό.

Προχθές κάναμε καρναβάλι, χθες Χαιρετισμούς, σήμερα εκδρομή, αύριο παρέλαση, μεθαύριο Πάσχα και από Δευτέρα κηδείες.

Ίσως και σε ρυθμούς Ιταλίας, αφού η αυτοπροστασία είναι άγνωστη λέξη και η υπακοή θεωρείται από πολλούς προσβολή της προσωπικότητας. Του Έλληνος ο τράχηλος ζυγό δεν υποφέρει.

«Εμείς δεν κινδυνεύουμε να αρρωστήσουμε, αυτά συμβαίνουν μόνο στους άλλους», είναι το κρυμμένο ανάμεσα στις βενζίνες και στα τσίπουρα μήνυμα.

Τις μέρες της πανδημίας, ο Έλληνας τις ζει σαν να μην υπάρχει αύριο. Για πολλούς από τους ξένοιαστους, δεν πρόκειται να υπάρξει αύριο.

Η πελαγωμένη κυβέρνηση, που δεν ξέρει τι να πρωτοκάνει για να συμμαζέψει τους ασυμμάζευτους και ταυτόχρονα να αισχροκερδήσει σε βάρος τους, υποχρεώνεται να καταφύγει σε γελοία μέτρα, όπως η απαγόρευση της μετάβασης των πολιτών στα νησιά.

Τις εθνικές οδούς δεν μπορεί να τους ελέγξει, οπότε τα χωριά εξαιρούνται από τους περιορισμούς. Μέχρι να βγουν τα τανκς τουλάχιστον, για να γουστάρουν και οι στρατόκαυλοι των πολιτοφυλακών.

Οι αυτόχθονες ιθαγενείς της περιφέρειας που κλείνουν τις πόρτες στους μετανάστες ετοιμάζονται τώρα να υποδεχθούν τους πρόσφυγες του κορονοϊού, πολύ πιο επικίνδυνους και πολύ πιο μολυσμένους από τους ξένους που «θα αλλοίωναν τον πολιτισμό μας».

Και τι άλλο να κάνει, δηλαδή, ο μπουχτισμένος νεοέλληνας; Να καθίσει στον τόπο του να πολεμήσει;

Η μαζική φυγή από το κλεινόν άστυ συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και το τρομερό μικρόβιο τρίβει τα αόρατα χέρια του, αφού η εθελοντική απομόνωση όσων ακολουθούν τις οδηγίες πάει στο βρόντο, στο όνομα της λιακάδας και της εξοχής.

«Η μόνη λύση είναι να απαγορευτεί η παραμονή των πολιτών στα σπίτια τους», αστειεύτηκε κάποιος στο Twitter. «Εάν γίνει αυτό, ο Έλληνας θα κλειστεί μέσα και δεν θα ξαναβγεί ποτέ»!

Μπορεί μάλιστα να μάθει και ιταλικά για να περάσει τις ώρες του.

Γράφει ο Νίκος Παπαδογιάννης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ