«Ηράκλειον SOS Βυθιζόμεθα»: Η συγκλονιστική μαρτυρία του τελευταίου διασωθέντα του ναυαγίου που έντυσε στα μαύρα τα Χανιά

Ήταν μία από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες στη χώρα. Σίγουρα η μεγαλύτερη τραγωδία που χτύπησε τα Χανιά εν καιρώ ειρήνης

Συνέβη στις 2 τα ξημερώματα της 8ης Δεκεμβρίου 1966 όταν το πλοίο Ηράκλειον βρισκόταν κοντά στη βραχονησίδα Φαλκονέρα, στα όρια του Κρητικού με το Μυρτώο Πέλαγος. Έπνεαν άνεμοι 8 έως 9 μποφόρ και έβρεχε. Ξαφνικά, έντονος κλυδωνισμός του πλοίου.

«Ηράκλειον SOS Βυθιζόμεθα»: Αυτό ήταν το τελευταίο σήμα που έδωσε το καράβι πριν βουλιάξει στις 2:12 τα ξημερώματα. Έδωσε συνολικά τρία σήματα: Πρώτα εξηγούσε ότι έχασε την δεξιά πόρτα, μετά ότι βυθίζεται και στο τρίτο πλέον, ακούστηκε το απεγνωσμένο SOS Βυθιζόμεθα

Το Ηράκλειον βυθίζεται μέσα σε 13 λεπτά. Πολλοί παγιδεύονται στις καμπίνες. Στα παγωμένα νερά χάνονται 250 επιβάτες. Βρέθηκαν οι σοροί μόνο 65 ανθρώπων, το καράβι δεν βρέθηκε ποτέ… Μερικές δεκάδες πέφτουν στη θάλασσα. 47 διασωθέντες. Ανάμεσά τους ο Παναγιώτης Μπελώνης. Ο τελευταίος διασωθείς. Τον έβγαλε από το πέλαγος το αρματαγωγό Σύρος, 13 ώρες μετά που βούλιαξε το πλοίo. Οι προτελευταίοι που διασώθηκαν ήταν οι Ηλίας Κουκουνάκης και Στέλιος Λαγωνικάκης. Και οι τρεις μαζί συναντήθηκαν τουλάχιστον 5-6 ώρες στο πέλαγος. Μετά από την διάσωση του Μπελώνη που ήταν ο τελευταίος, τα συνεργεία μάζευαν μόνο πτώματα.

55 χρόνια μετά την τραγωδία που συγκλόνισε τα Χανιά, η κόρη του Παναγιώτη Μπελώνη, Πηγή, ολοκληρώνει το βιβλίο «Ηράκλειον SOS Βυθιζόμεθα». Ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγες μέρες και περιέχει στοιχεία, μαρτυρίες, αποτελέσματα πολύχρονων ερευνών, κυρίως όμως περιέχει την αφήγηση του ίδιου του Παναγιώτη Μπελώνη, όλα όσα έζησε εκείνη την αποφράδα νύχτα.

Το zarpanews.gr συνάντησε την κα Πηγή Μπελώνη η οποία μιλά για όλα όσα έζησε κι εκείνη με τη σειρά της, μέσα από τα μάτια του πατέρα της:

Το βιβλίο είναι πραγματική, αληθινή ιστορία, δεν έχει ίχνος μυθοπλασίας. Είναι όλο το χρονικό της τραγωδίας που πέρασε ο πατέρας μου, αφηγήσεις του ίδιου αλλά και των Κουκουνάκη και Λαγωνικάκη. Ήταν μεγάλη επιθυμία του πατέρα μου να γράψουμε αυτό το βιβλίο. Το ξεκινήσαμε μαζί, δυστυχώς όμως έφυγε από τη ζωή τρία κεφάλαια πριν ολοκληρωθεί.

Την αφήγησή του την έζησα όσο θυμάμαι το εαυτό μου. Ήμουν 16 μηνών τότε. Γεννήθηκα και μεγάλωσα με το ναυάγιο. 8 Δεκεμβρίου για τη μητέρα μου ήταν γιορτή που σώθηκε ο μπαμπάς μου. Για τον μπαμπά μου ήταν μια τραγική μέρα. Έτρεχε από νωρίς στο μνημόσυνο των θυμάτων, ήταν άρρωστος εκείνη την ημέρα. Στεναχωριόταν τόσο πολύ για τους ανθρώπους που έφυγαν άδικα. Το βιβλίο ήθελε πιο πολύ να το γράψει όχι για να πει την ιστορία του, αλλά για να μάθουν όλοι πώς έπνιξαν τους ανθρώπους όπως έλεγε.

Ταπεινός, ισορροπημένος δεν ήθελε μέσα στο βιβλίο να υπάρχουν υπερβολές, μεγάλες λέξεις και επίθετα. Ήθελε να είναι μόνο η αλήθεια. Η δική του αλήθεια. Ήταν όμως τόσο καλή η εκτίμησή του ακόμα και την ώρα που ήταν στο πέλαγος, που όταν πήρα τα πρακτικά από τα πορίσματα είδα ότι είχε πέσει σε όλα μέσα. Είχε κάνει σωστή εκτίμηση. Ίσως αυτό να τον βοήθησε να σωθεί.

Το βιβλίο γράφεται πάνω από 10 χρόνια και είναι αποτέλεσμα πολύ μεγάλης έρευνας. Κάποια στιγμή μετά που έφυγε ο πατέρας μου, βαθιά πληγωμένη από τον χαμό του, το άφησα για 2-3 χρόνια. Μετά σκεπτόμενη πόσο πολύ ήθελε ο πατέρας μου να τελειώσει αυτό το έργο το συνέχισα, αν και ήταν πολύ δύσκολο συναισθηματικά. Στο τέλος με την προτροπή του Χρίστου Βασιλόπουλου που κάνει τη Μηχανή του Χρόνου έκατσα τα τελευταία τρία χρόνια και δούλεψα πολύ σκληρά και πιο ώριμη πια. Επίσης, με την αρωγή της παντοτινής μου δασκάλας, της καθηγήτριας Μαρίας Συρρή που πίστεψε ότι μπορώ να το κάνω και διόρθωσε ό,τι ορθογραφικά λάθη υπήρχαν, κατάφερα και το τέλειωσα. Είναι τεράστια τιμή μου που το βιβλίο το εξέδωσε ο Κέδρος. Το ίδιο ισχύει και για τον φωτογράφο Γιώργο Μπαλαδάκη ο οποίος κατάλαβε ακριβώς τι θέλω και έφτιαξε το εξώφυλλο.

Στο βιβλίο εκτός από την αφήγηση του Παναγιώτη Μπελώνη, υπάρχουν πολλά ντοκουμέντα και μαρτυρίες όχι μόνο από ναυαγούς. Από Αρχεία του Κράτους, από το Ιστορικό Αρχείο του Ναυτικού, από τα ημερολόγια των πλοίων που διέσωσαν κόσμο, από τις συζητήσεις στη Βουλή που έγιναν εκείνες τις μέρες, καθώς επίσης και από έναν τεράστιο όγκο εφημερίδων.

“Υπαγόρευε εκείνος κι εγώ έγραφα και γι αυτό στο σημείο της αφήγησής του δεν έχω αλλάξει καθόλου ούτε τον τρόπο που μιλάει, ακόμα και τις επαναλήψεις του” μας λέει η κα Μπελώνη. Εκτίμησε σωστά την κατάσταση, κάτι που τον βοήθησε πάρα πολύ. Ήταν φυσικά τυχερός, ήταν νέος – ήθελε τεράστιες δυνάμεις αυτό που έζησε. Ξέρετε τι σημαίνει 9 μποφώρ; Όταν στα Χανιά βλέπουμε το κύμα και καλύπτει τη σημαία του Φιρκά, αυτά είναι 9 μποφώρ. Πολλές φορές σε κακοκαιρία που έβλεπε την αγριεμένη θάλασσα μου έλεγε, εκεί μέσα με πετάξανε και μου είπανε “ζήσε”. Και έζησα 13 ώρες

Της ζητάμε να μας μιλήσει για το τι έγινε εκείνο το βράδυ, όπως τα έζησε και τα αφηγήθηκε ο πατέρας της:

“Ο πατέρας μου ήταν επιβάτης, είχε κατάστημα με ηλεκτρικές συσκευές και πήγαινε στην Αθήνα για να ψωνίσει εμπορεύματα. Είχε ναυτία και τον είχε συμβουλεύσει ένας ναυτικός να ξαπλώσει. Παρότι κατάλαβε αρκετά νωρίς ότι κάτι δεν πάει καλά, δεν σηκωνόταν για να μη χειροτερεύσει η ναυτία του και σκεφτόταν σε περίπτωση που χρειαστεί αργότερα, αν είναι πολύ χάλια δεν θα μπορεί να παλέψει. Κι έτσι άργησε να βγει από την καμπίνα. Βγήκε όταν το πλοίο είχε “ξαπλώσει” ήδη. Και ήταν εξαιρετικά δύσκολο με ένα πλοίο σε αυτή τη στάση να μπορέσει να σκαρφαλώσει. Έκατσε στο πέτσωμα του πλοίου και τσούλησε στη θάλασσα. Δεν είχε κι άλλη επιλογή. Έβλεπε τα κύματα να είναι βουνά. Ήταν κι άλλοι εκεί τριγύρω, κανείς δεν τολμούσε να βουτήξει. Δεν υπήρχε όμως επιλογή, έπρεπε να βουτήξουν. Χωρίς σωσίβιο, χωρίς τίποτα…

Μετά από αρκετές ώρες συνάντησε μία κασόνα – τραγική ειρωνεία: το κασόνι ήταν γεμάτο σωσίβια… Σε αυτό στηρίζονταν ο Παναγιώτης Μπελώνης, ο Σταύρος Λαγωνικάκης, ο Ηλίας Κουκουνάκης και η Ιωάννα Σαραντάκη. Όλοι σώθηκαν εκτός από την Ιωάννα η οποία δεν τα κατάφερε την στιγμή της διάσωσης. Έφτασε μέχρι τελευταία στιγμή, ήταν η μοναδική γυναίκα που άντεξε 13 ώρες στη θάλασσα. Επιθυμία του πατέρα μου ήταν να υπάρχει εκτενής αναφορά στην Ιωάννα, τη σύντροφό τους τόσες ώρες στο πέλαγος, που τους έδινε δύναμη, κουράγιο, τους εμψύχωνε για να αντέξουν. Εκείνες οι ώρες περιγράφονται -όπως τις είχε διηγηθεί – αναλυτικά στο βιβλίο. Λέξη – λέξη που αντάλλασε με τους συντρόφους του. Η Ιωάννα τους κρατούσε ψύχραιμους σε ένα σκηνικό που δύσκολα μπορούμε να το φανταστούμε. Με κύματα που έφταναν τα 6 – 7 μέτρα, σε απόλυτο σκοτάδι, με τα μάτια τους να πονάνε από τα πετρέλαια, με πόνους, ο πατέρας μου είχε μια τεράστια πληγή που είχε φτάσει μέχρι το κόκαλο γιατί κρατούσε από το σχοινί την κασόνα. Έπεσαν αρκετοί στο πέλαγος αλλά τι να το κάνεις όταν τα πλοία του Βασιλικού Ναυτικού πήγαν την επόμενη το μεσημέρι;

Ευτυχώς που ήταν κοντά στον τόπο του ναυαγίου το φινλανδικό Νόνα Λάχτι που, αν δεν του είχαν δώσει λάθος στίγμα θα έφτανε στις 5.00 και θα μπορούσε να είχε σώσει 200 άτομα. Φανταστείτε ότι ο Φινλανδός καπετάνιος έψαξε μόνος του και βρήκε στις 9 το πρωί τον τόπο του ναυαγίου και ειδοποίησε και το “Χανιά”, το επιβατηγό που ερχόταν από Ηράκλειο. Οι Φινλανδοί κατάφεραν και έβγαλαν 21 άτομα ζωντανά τα οποία μετέφεραν στον Πειραιά για να πάνε στο νοσοκομείο, ενώ οι δικοί μας πήγαν το μεσημέρι με ακατάλληλα καράβια.

Στείλανε ένα αρματαγωγό που είναι ένα πανύψηλο και δυσκίνητο καράβι. Πώς θα βγάλει τους ανθρώπους από κάτω; πού είναι τα ναυαγοσωστικά, το σκοπούν πλοίο πού είναι; Δεν στέλνανε γιατί ήταν επικίνδυνο λόγω της μεγάλης θαλασσοταραχής. Το πρωί μόνο σηκώθηκαν ελικόπτερα! Στις 10 το πρωί το Λιμεναρχείο ενημέρωνε τους συγγενείς ότι τωρα πάνε να τους ψάξουν. Τώρα; Στις 2 βούλιαξε το καράβι θα τους βρείτε ζωντανούς;

Απ’ όσα έζησε ο πατέρας σας, ποιο ήταν αυτό που φορτιζόταν πιο πολύ συναισθηματικά διηγώντας το; 

Ο πατέρας μου ήταν πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και αυτό που τον πονούσε περισσότερο ήταν το πόσο άδικα χάθηκαν τόσοι άνθρωποι. Ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να παλέψουν για τη ζωή τους. Επίσης η αδιαφορία από πλευράς κρατικού μηχανισμού στο έργο της διάσωσης. Αν είχαν πάει νωρίτερα έλεγε, θα είχαν σώσει διακόσιους, και όχι 47 που σώσανε. Όμως το σημαντικότερο σημείο της αφήγησής του είναι οι τελευταίες του στιγμές. Όταν οι διασώστες έφτασαν κοντά του ένιωθε ότι πεθαίνει. Πλέον δεν λειτουργούσαν ούτε οι μύες του λαιμού, δεν μπορούσε να κρατήσει όρθιο το κεφάλι με αποτέλεσμα να είναι μέσα στη θάλασσα, να πίνει νερό διαρκώς χωρίς να μπορεί να αναπνεύσει. Κόντεψε να σκοτωθεί την ώρα της διάσωσης, δεν μπορούσαν να τον πιάσουν και δεν δούλευαν ούτε τα χέρια του. Ήταν αδύνατον να περάσει τα χέρια του από το σωσίβιο. Εκείνες τις ώρες έρχονται οι σκέψεις του μελλοθάνατου. Ολες οι σκέψεις του ήταν σχετικά με το μοίρασμα αγάπης γιατί δεν έδειχνε περισσότερο την αγάπη του σε αυτούς που αγαπούσε. Αυτό για μένα ήταν το δυσκολότερο κεφάλαιο. Δεν μπορούσε να μου το περιγράψει, μπορούσε μόνο να μου το μάθει μεγαλώνοντάς με. Ένιωθε τυχερός που έζησε το ναυάγιο και έζησε αυτές τις σκέψεις στις οποίες μετά στηρίχθηκε η ζωή του. Ημουν κι εγώ τυχερή που μεγάλωσα σε ένα σπίτι με έναν πατέρα που μιλούσε συνεχώς για αγάπη, πώς την δίνεις και πώς να την δείχνεις και να το λες, να το λες συνέχεια.

Πώς κύλησαν οι ώρες μετά τη διάσωση; Τους περισσότερους διασωθέντες τους πήγαιναν σε νοσοκομεία στον Πειραιά. Είχε πάει 12 το μεσημέρι όταν άρχισαν να ανακοινώνονται με ντουντούκα τα ονόματα από το τουριστικό γραφείο Μαρκαντωνάκη που ήταν στην αρχή της Χάληδων. Ο πατέρας μου όμως με τους Λαγωνικάκη και Κουκουνάκη βγήκαν λίγο πριν τις 3 το μεσημέρι οπότε δεν ακούστηκαν τα ονόματά τους στην αρχή. Παρόλα αυτά, η μητέρα μου διατήρησε την ελπίδα της ότι θα είχε σωθεί και κάποια στιγμή πιο αργά είδαν το όνομά του στις λίστες

“Νοσηλεύτηκε για καιρό, μετά έγιναν οι δίκες, οι αίτιοι πήραν ποινές – χάδι, η διαπλοκή εφοπλιστών κράτους με οσμή σκανδάλων ήταν τεράστια. Θεσπίστηκαν κάποιοι νόμοι για την προστασία των θαλάσσιων μεταφορών, ώρα όμως σιγά σιγά κι αυτοί αρχίζουν να χάνονται. Άλλοι προαπαιτούμενα των μνημονίων, άλλοι νέοι νόμοι…”

Βρέθηκαν οι σωροί 65 ατόμων. Το καράβι δε βρέθηκε ποτέ. Το έψαξε ακόμα και ο Κουστώ. Ίσως επειδή δόθηκε τότε λάθος στίγμα. Ούτως ή άλλως είναι αφενός πολύ βαθιά, αφετέρου δε θα γινόταν ποτέ ανέλκυση καθώς είθισται να σέβονται τα ναυάγια που έχουν πολλούς νεκρούς

Οι οικογένειες των θυμάτων δεν αποζημιώθηκαν ποτέ, πήραν μόνο ελάχιστα χρήματα από δωρεές απλού κόσμου, ενώ οι διασωθέντες πήραν από ένα παλτό!

Πολλές ήταν οι τραγικές μορφές του ναυαγίου. Μία από αυτές ήταν ο κωφάλαλος Μαρίνος Μαστρογιαννάκης. Ήταν λιμενεργάτης στη Σούδα και ταξίδευε εκείνο το βράδυ. Δεν ήξερε όμως γραφή, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να δώσει ούτε το όνομά του όταν διασώθηκε!  Έπρεπε να τον αναγνωρίσει κάποιος από το διασωθέν πλήρωμα που τον ήξερε. Ο Μαρίνος ζει. Τον συνάντησα και ακόμα και με νοηματικές κινήσεις και με την εκφραστικότητα του προσώπου του, κατόρθωνε να έχει την πληρότητα οποιασδήποτε ομιλίας όταν περιέγραφε το ναυάγιο. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε καμία γυναίκα. Η μοναδική που θα μπορούσε να τα καταφέρει ήταν η Ιωάννα…

Σύμφωνα με την αφήγηση του Παναγιώτη Μπελώνη, το πρώτο 10λεπτο που πέφτεις στη θάλασσα, η μοναδική βοήθεια που θα μπορούσες να δώσεις, είναι να απλώσεις -και αυτό ακόμα με δυσκολία – το χέρι και να φέρεις κάποιον κοντά σου. Δηλώσεις του τύπου ο τάδε έσωσε 10 ή 20 άτομα είναι μύθος που προσβάλει και τη μνήμη αυτών που χάθηκαν. Σε τέτοιες συνθήκες δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει κανέναν. Γι’ αυτό δε σώθηκε κανείς που είχε μέσα δικό του άνθρωπο. Όποιος προσπαθεί να βοηθήσει τον διπλανό, πνίγεται και ο ίδιος και αυτός ήταν και ο μεγαλύτερος φόβος των περισσότερων: μην έρθει κάποιος και πιαστεί από πάνω μου, θα πνιγούμε και οι δύο

Η 8η Δεκεμβρίου είναι μία μαύρη μέρα για όλη την Ελλάδα, όχι μόνο για την Κρήτη.

“Δεν πνίγηκαν μόνο Κρητικοί, μας λέει η κα Μπελώνη. Ήταν οδηγοί φορτηγών, ήταν το πλήρωμα. Ήταν επίσης 75 ναύτες από τον “Πάνθηρα”, ένα καράβι που ήταν στον Nαύσταθμο για επισκευή, είχε πιάσει ποντίκια και έδιωξαν τα παιδιά για να κάνουν μυοκτονία και τα παιδιά έφυγαν για να πάνε στα σπίτια τους στην υπόλοιπη Ελλάδα. Από αυτούς σώθηκαν μόνο 6. Κηδείες έγιναν παντού.

“Εξελίχθηκαν μεγάλες τραγωδίες. Πέντε, έξι ορφανά να μένουν στις οικογένειες, να ξεκληρίζονται οικογένειες…  Στα Χανιά δεν υπήρχε τότε οικογένεια που να μην είχε έναν συγγενή, έναν γνωστό που να έχει πνιγεί. Και στη δική μας οικογένεια, πνίγηκε ένας πρώτος ξάδερφος του πατέρα μου, ένας άντρας 2 μέτρα. Η πόλη βάφτηκε στα μαύρα. Τεράστιο πένθος. Άκουγες κλάματα, μοιρολόγια, κατάρες, σε όλη την πόλη, σε όλες τις γειτονιές. Την άλλη μέρα άρχισαν να φτάνουν και οι σοροί… Απανωτές κηδείες στον Άγιο Λουκά, δεήσεις στην Μητρόπολη, δεν μπορούσε κανείς να μείνει ασυγκίνητος

Ζητάμε από την κα Μπελώνη να χαρακτηρίσει με δύο λόγια το βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί ήδη σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Κέδρος:

“Το βιβλίο δίνει γροθιά στο στομάχι, όπως ακριβώς η αλήθεια. Δεν θα πω ότι είναι ένα ευχάριστο βιβλίο. Λέει όμως μόνο την αλήθεια. Προσπάθησα να κάνω ένα ολοκληρωμένο έργο για το ναυάγιο με εξαίρεση κάποιους διασωθέντες που δεν ήθελαν να μιλήσουν, δεν ήθελαν να το ξαναζήσουν διηγώντας το. Κάποιοι μίλησαν φυσικά, και θα ήθελα πολύ τώρα που ξεκινάει το ταξίδι του αυτό το βιβλίο να βρεθούν κι άλλοι για να μιλήσουν. Ήδη ξεκίνησαν και εύχομαι να συμπληρωθεί και να γίνει πιο άρτια η τοποθέτησή μου. Για παράδειγμα βρήκα ένα λαθάκι στην περίπτωση του Βολακάκη καθώς ο Κήρυκας έγραφε ότι στην κηδεία του ήταν η 8χρονη κόρη του. Δεν ήταν 8, ήταν 18 και θα μπορούσε να μου πει πολλά πράγματα. Έχουν ανακρίβειες οι εφημερίδες της εποχής, δεν είχαν ακριβή στοιχεία, δεν είχαν τη δυνατότητα σωστής πληροφόρησης. Ελπίζω να μιλήσουν κι άλλοι, να συμπληρώσουν πράγματα που δεν ξέρουμε και να διορθώσουμε πράγματα που τα βρήκαμε λάθος.

Θεωρώ ότι για να είναι απόλυτα πλήρης η κάλυψη του τραγικού αυτού γεγονότος, θα έπρεπε να γραφτούν 47 βιβλία. Ένα από τον καθένα επιζών, ένα που να εξετάζει την πληγή που άφησε στην πόλη, ένα που να εξετάζει την διαπλοκή κράτους εφοπλιστών στις θαλάσσιες μεταφορές, ένα που να εξετάζει το τι έγινε στα δικαστήρια. Είναι τεράστιο το γεγονός…

Η παρουσίαση του βιβλίου η οποία θα γίνει προς το τέλος του καλοκαιριού, αναμένεται με τεράστιο ενδιαφέρον καθώς οι ομιλητές θα συγκλονίσουν με τις μαρτυρίες τους:

“Θα μιλήσουν οι καπετάνιοι του Σύρος, του καραβιού που ανέσυρε τους τελευταίους διασωθέντες, καθώς και ο γιατρός που εξέτασε τον πατέρα μου. Την παρουσίαση θα κάνει ο Χρίστος Βασιλόπουλος, ενώ θα κάνουμε και μια έκθεση φωτογραφίας και αντικειμένων, με το σωσίβιο που υπάρχει, το παντελόνι του πατέρα μου κ.ά

zarpanews.gr – Εμμανουέλα Νικολακάκη

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ