Είδα να φεύγει μια άλλη Ελλάδα… Ήμουν κι εγώ στην κηδεία του Μίκη

Κάποιους ανθρώπους δεν τους έχεις συναντήσει ποτέ, νιώθεις όμως πως έχεις ζήσει μαζί τους όλη τη ζωή σου. Συνήθως τους γνωρίζεις από πολύ νεαρή ηλικία.

Τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι πολλοί, κάθε χώρα όμως, κάθε πολιτισμός και κάθε εποχή διαθέτουν μερικούς. Έχουν έρθει πολύ πριν από εσένα στον κόσμο και ήδη, όταν οι γονείς σου, σού τους γνωρίζουν, έχουν καθορίσει κάτι σημαντικό.

Ενώ η ζωή προχωρά, αισθάνεσαι ότι κι εκείνοι είναι, με έναν παράξενο τρόπο, κοντινοί σου. Γιατί κάτι από τη δράση τους σε περιβάλλει, σε επηρεάζει, ή σε συγκινεί.

Ο χρόνος κυλά και, καθώς εκείνοι είναι μεγαλύτεροι, αποσύρονται. Αλλά τα χρώματά τους είναι ακόμα λαμπερά και το μήνυμά τους επίκαιρο.

Ώσπου φτάνει να περάσει τόσος καιρός που η εποχή έχει αλλάξει κι εσύ δεν είσαι πια νέος. Η καινούρια εποχή δεν έχει ιδέα για εκείνα τα χρώματα. Ούτε καταλαβαίνει τα παλιά μηνύματα.

Τελικά, ο άνθρωπος εκείνος φεύγει. Τότε, όσοι ένιωθαν πως ζούσε μαζί τους, σα να ξυπνούν άξαφνα από λήθαργο. Βγαίνουν, θυμούνται, αναπολούν και συζητούν, πώς τους συνόδευσε, τον κάθε έναν με ιδιαίτερο τρόπο, στη διαδρομή της ζωής.

Κι όταν περάσουν οι μέρες του μακαρίτη, τα λόγια σβήνουν και η μνήμη ξεκινά τον μακρύ δρόμο προς το ξεθώριασμα.

Έτσι αισθάνθηκα στην κηδεία του Μίκη Θεοδωράκη. Ένιωσα πως έφυγε ένας άνθρωπος που δεν γνώριζα προσωπικά, αλλά από τότε που μου μίλησε για εκείνον η μητέρα μου, ήταν πάντα κοντά, χάρη στη μουσική του.

Ακόμα όμως αισθάνθηκα ότι μαζί του φεύγει οριστικά μια άλλη, τελείως διαφορετική Ελλάδα, που έζησε μαζί με τον Μίκη.

Κι ας είναι ακόμα εδώ εκατομμύρια άνθρωποι που γεννήθηκαν σε αυτή. Κι ας θυμούνται οι παλιοί και οι όχι τόσο παλιοί τον Καραμανλή και τον βασιλιά, τον Λαμπράκη και τον Γέρο της Δημοκρατίας, τη Χούντα και το Πολυτεχνείο, την Κύπρο και την εισβολή των Τούρκων, το ΠΑΣΟΚ με τον Ανδρέα και τη Δήμητρα Λιάνη, την αντιπαροχή και τις επιδοτήσεις, το 1989 και τον Μητσοτάκη… Κάποιοι, ελάχιστοι πια, θυμούνται ακόμα την Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου.

Αλλά και μια Ελλάδα χαρούμενη, έντιμη, φιλότιμη. Που πέρασε δύσκολα μα κι εύπορα χρόνια, που χόρευε και τραγουδούσε, συνάμα όμως δούλευε και έβλεπε αισιόδοξα το μέλλον. Που ήταν απλή κι αυθεντική. Που είχε Ελύτη, Μπιθικώτση και Γλέζο.

Μοιάζει απίστευτο, αλλά σε όλα τα παραπάνω υπήρχε ο Μίκης. Συνέδεσε όσο κανένας σε αυτή την ιστορική περίοδο τη ζωή του με τον τόπο μας. Και τώρα που έφυγε, όλα όσα απαρίθμησα παραπάνω μου φαίνονται ακόμα πιο μακρινά.

Με μια παράξενη χαρμολύπη να επικρεμάται στον αέρα, είπαμε σήμερα, τραγουδώντας σε όλη τη διάρκεια της τελευταίας του διαδρομής, “αντίο” στον Μίκη Θεοδωράκη. Στην πραγματικότητα όμως, είπαμε “αντίο” σε μια ολόκληρη εποχή.

Λεωνίδας Φιλικόζης

Υ.Γ. Στο βίντεο, μια ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή της σημερινής μέρας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ