Χανιά | Σύλλογος Εργαζομένων στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση: Αντιδραστικό και αντιεκπαιδευτικό το νέο νομοσχέδιο

Την απόσυρση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο με ανακοίνωση του, χαρακτηρίζει αντιδραστικό και αντιεκπαιδευτικό, ζητάει με ανακοίνωση του ο Σύλλογος Εργαζομένων στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση.

Στην ανακοίνωση σημειώνεται επίσης πως πρόκειται «για μια άκρως επιθετική εκ μέρους της Κυβέρνησης προσπάθεια εκμετάλλευσης της κρίσης και της πανδημίας ως ευκαιρίας, ώστε να περάσει ριζικές αναδιαρθρώσεις που επιφέρουν συντριπτικά πλήγματα σε βάρος της Δημόσιας Εκπαίδευσης, των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών και των εργασιακών κατακτήσεων των εκπαιδευτικών.»

Η ανακοίνωση:

“ Θέμα: «Να αποσυρθεί το αντιδραστικό και αντιεκπαιδευτικό νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας»

Το Υπουργείο Παιδείας και η Κυβέρνηση της ΝΔ εν μέσω πανδημίας και περιοριστικών μέτρων μετακίνησης με κλειστά τα σχολεία έδωσε στη δημοσιότητα το πολυνομοσχέδιο για την Παιδεία, που περιλαμβάνει σαρωτικές αλλαγές σε Πρωτοβάθμια, Δευτεροβάθμια και Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Με μια πράξη ανήθικη απέναντι σε γονείς και εκπαιδευτικούς βάλει τα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών μας. Αυτόν τον τρόπο βρήκε να φέρει ό,τι πιο αντιδραστικό, αναχρονιστικό και βαθιά νεοφιλελεύθερο, σε επίπεδο νομοθέτησης, στη δημόσια εκπαίδευση. Πρόκειται για μια άκρως επιθετική εκ μέρους της Κυβέρνησης προσπάθεια εκμετάλλευσης της κρίσης και της πανδημίας ως ευκαιρίας, ώστε να περάσει ριζικές αναδιαρθρώσεις που επιφέρουν συντριπτικά πλήγματα σε βάρος της Δημόσιας Εκπαίδευσης, των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών και των εργασιακών κατακτήσεων των εκπαιδευτικών.

Παραθέτουμε τις αντιδραστικές αλλαγές που περιλαμβάνει το νομοσχέδιο:

  • Προβλέπει την αύξηση των μαθητών ανά τμήμα στο Δημοτικό και στο Νηπιαγωγείο από 22 στους 26! Επιπλέον, από 7/θ σχολείο και άνω ο ελάχιστος αριθμός των μαθητών δεν μπορεί να είναι μικρότερος από είκοσι (20) ανά τμήμα. Οι παραπάνω ρυθμίσεις θα οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια σε συγχωνεύσεις και καταργήσεις τάξεων, σε υποχρεωτικές μετακινήσεις μαθητών και εκπαιδευτικών. Κατά συνέπεια υποβαθμίζεται η ποιότητα του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου και ταυτόχρονα χτυπά την εργασία των εκπαιδευτικών με τον δραστικό περιορισμό των προσλήψεων αναπληρωτών εκπαιδευτικών και της συρρίκνωσης των θέσεων εργασίας.
  • Υψώνει νέους ταξικούς φραγμούς, θέτει νέα εμπόδια στην προσπάθεια των μαθητών να μορφωθούν, να περάσουν στα Πανεπιστήμια. Διατηρεί το Λύκειο – εξεταστικό κέντρο του Γαβρόγλου, το ενισχύει και προχωράει σε ακόμα πιο βαθιές και αντιδραστικές αλλαγές. Εισάγει την Τράπεζα Θεμάτων από την Α΄ Λυκείου για τα ΓΕΛ και τα ΕΠΑΛ. Αυξάνει τα γραπτώς εξεταζόμενα μαθήματα στο Λύκειο. Στην πράξη θα έχουμε μίνι πανελλαδικές για κάθε τάξη (με την Τράπεζα Θεμάτων) συν τις πανελλαδικές για την εισαγωγή στα ΑΕΙ. Το Λύκειο μετατρέπεται σε «εξεταστική αρένα», ο ανταγωνισμός θα γιγαντωθεί, τα παιδιά της λαϊκής οικογένειας αλλά και οι γονείς θα πρέπει να ματώσουν οικονομικά και ψυχολογικά για να αντέξουν, αν αντέξουν.
  • Οι διατάξεις για την αντιδραστική αντιεκπαιδευτική αξιολόγηση αποτελούν και τους δείκτες ελέγχου, αλλά και μέσο προώθησης και επιβολής όλων των παραπάνω αντιεκπαιδευτικών κατευθύνσεων. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. αξιοποιεί και επεκτείνει το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο καθορίζει της διαδικασίες “εσωτερικής” και “εξωτερικής” αξιολόγησης. Δίνει την απόλυτη εξουσία στην Υπουργό Παιδείας, μέσω Υπουργικών Αποφάσεων, να καθορίζει το περιεχόμενο και τις διαδικασίες της αξιολόγησης ανοίγοντας το δρόμο για την επαναφορά νομοθετικών εκτρωμάτων τύπου Π.Δ. 152 που απορρίφθηκαν από το σύνολο του κλάδου. Η πρακτική των σκληρών ποσοτικών αξιολογήσεων με την κατηγοριοποίηση σχολείων, μαθητών και εκπαιδευτικών έχει αποτύχει με βάση και τη διεθνή εμπειρία όσων εκπαιδευτικών συστημάτων υιοθέτησαν τα λεγόμενα αγγλοσαξονικά μοντέλα. Το Υπ. Παιδείας υιοθετεί άρρηκτα το περιεχόμενο αυτών των αξιολογήσεων, επενδύοντας στα ιδιωτικά και οικονομικά κριτήρια και στη γενικότερη φιλοσοφία του σχολείου της αγοράς. Η αξιολόγηση δεν έχει καμία σχέση με την επίλυση των προβλημάτων των σχολείων αλλά και του ίδιου του έργου του εκπαιδευτικού. Επί της ουσίας γίνεται ακόμα πιο βαθιά η κατηγοριοποίηση σχολείων και μαθητών με διάφορα ποσοτικά κριτήρια και ειδικά με τα «εκπαιδευτικά αποτελέσματα». Ενοχοποιούνται οι εκπαιδευτικοί και τα σχολεία, οι ίδιοι οι μαθητές και οι οικογένειές τους, για ό,τι δεν πάει καλά στην εκπαιδευτική διαδικασία και από την άλλη στόχος είναι να αθωώνονται οι αντιλαϊκές πολιτικές των κυβερνήσεων.
  • Η «σχολειοποίηση» του Νηπιαγωγείου και ο κατακερματισμός της γνώσης με την κατάτμηση σε διακριτά διδακτικά αντικείμενα με την εισαγωγή των Αγγλικών σε πρώτη φάση και αργότερα της Φυσικής Αγωγής και της Πληροφορικής σε δεύτερο χρόνο δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες των νηπίων. Το Υπ. Παιδείας ανοίγει το δρόμο για την αλλαγής της φυσιογνωμίας του Νηπιαγωγείου, που είναι η γνώση διαμέσου του παιχνιδιού με μεικτές ηλικίες παιδιών και οργάνωσης της διδασκαλίας σε κέντρα ενδιαφέροντος υπό την μορφή σχεδίων εργασίας, δραστηριοτήτων. Μάλιστα, η Σύνοδος των Προέδρων και Κοσμητόρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων και Σχολών και το Δ.Σ. της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας σε συνάντηση που είχαν εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση που επεσήμαναν πως η πρόθεση εισαγωγής αυστηρών δομημένων προγραμμάτων στα νήπια στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης παραβλέποντας βασικές παιδαγωγικές αρχές.
  • Στην ίδια αντι-παιδαγωγική κατεύθυνση κινείται και η εισαγωγή των λεγόμενων «εργαστηρίων δεξιοτήτων». Την ίδια στιγμή που δεν παίρνεται κανένα μέτρο για την ενίσχυση των σχολικών υποδομών σε εργαστήρια, τεχνολογικά μέσα, εποπτικό υλικό, ώστε να αναβαθμιστεί η δουλειά τους εκπαιδευτικού της τάξης, το Υπουργείο Παιδείας προχωρά στη υποβάθμιση του έργου του εκπαιδευτικού, στην απαξίωση της γενικής μόρφωσης και την αντικατάστασή της με τη διδασκαλία “δεξιοτήτων”. Και μάλιστα ‘δεξιότητες’’ με συγκεκριμένα ιδεολογικο-πολιτικά φορτία προσαρμοσμένα στις ανάγκες της αγοράς όπως η επιχειρηματικότητα και ο εθελοντισμός, που δε σχετίζονται με τις πραγματικές κοινωνικές και μορφωτικές ανάγκες. Προσανατολίζεται να ανοίξει τις πύλες στους κάθε λογής ιδιώτες, σε φορείς άσχετους με την εκπαιδευτική κοινότητα για να «διδάσκουν» στους μαθητές.
  • Δεν λαμβάνεται κανένα ουσιαστικό μέτρο για την ενίσχυση των απαραίτητων υποστηρικτικών δομών του σχολείου για τη στελέχωσή τους με το αντίστοιχο προσωπικό. Δεν μπορεί η ευθύνη, όχι μόνο για παιδαγωγικά αλλά και για κοινωνικά, ψυχολογικά και αλλά ζητήματα, που αφορούν και άλλες ειδικότητες, που δεν υπάρχουν σήμερα στα σχολεία, όπως π.χ. κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι κλπ., να μεταφέρεται για μια ακόμα φορά στις πλάτες των εκπαιδευτικών μέσω του θεσμού των Εκπαιδευτικών Εμπιστοσύνης.”

Zarpanews.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ