Ιστορίες fast and furious αλά ελληνικά | 45 χρόνια κόντρες

Στη σκιά των πρόσφατων επεισοδίων στη Βάρκιζα, η τελετουργία των αυτοσχέδιων αγώνων και ο μυστικός κώδικας συνεννόησης των μυημένων στον μικρόκοσμό τους, που, όπως φαίνεται, κλείνει οριστικά το βιβλίο της ιστορίας του

Η λέξη «μετατροπή», ιερή για τον μικρόκοσμο της κόντρας, απέκτησε ένα διαφορετικό νόημα από τα μεσάνυχτα της Τρίτης και τα βίαια επεισόδια στη Βάρκιζα. Διότι εκεί συντελέστηκε μια μετατροπή αλλιώτικη από τις άλλες που δεν αφορούσε σε βελτίωση, κοινώς «πείραγμα» κάποιου αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας.

Η συγκεκριμένη «μοντίφα» (εκ του modification, μετατροπή), που συνέβη στην ασυνήθιστη σε τέτοια έκτροπα περιοχή της Βάρκιζας, δεν αποσκοπούσε στην έκρηξη αδρεναλίνης για οδηγούς και θεατές. Εκείνο το βράδυ τα «τούμπανα», δηλαδή τα βελτιωμένα αυτοκίνητα και μηχανάκια, παραγκωνίστηκαν από τα τύμπανα ενός πολέμου που συνήθως διεξάγεται στο κέντρο της Αθήνας.

Οι φωτιές, τα δακρυγόνα, το «ντου» της Αστυνομίας και οι συλλήψεις δεκάδων ατόμων επανέφεραν στην επικαιρότητα τις κόντρες και μια ολόκληρη κουλτούρα που τις περιβάλλει. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που, ενώ έχει περάσει από πολλές φάσεις εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, στην ουσία δεν έχει εκλείψει ποτέ.

Αρχίζοντας από το τέλος της διαδρομής, δηλαδή το σήμερα, τα επεισόδια που σημειώθηκαν στη Βάρκιζα θεωρούνται από τους παλαιότερους κοντράκηδες (κυρίως της δεκαετίας του ’90) απόδειξη του ξεπεσμού μιας άλλοτε συναρπαστικής, και γοητευτικής υπόθεσης. Βέβαια, η όποια νοσταλγία δεν λειτουργεί ως έμμεση νομιμοποίηση για τις κόντρες, οι οποίες δεν έπαψαν ποτέ να είναι παράνομες, εγκληματικά επικίνδυνες και αφόρητα ενοχλητικές για τους περιοίκους και τους διερχόμενους από τα σημεία όπου τελούνταν.

Παρ’ όλα αυτά οι κόντρες ήταν κάτι υπαρκτό και μάλιστα μαζικό. Για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, από κάθε γωνιά της Ελλάδας, από κάθε κοινωνική, εισοδηματική, μορφωτική κ.λπ. τάξη, ήταν σημαντικό το να βρίσκονται τακτικά στα Λιμανάκια ή στο Σχιστό, στη Βούτα ή στην Αύρα, στο Μαρκόπουλο, στο Ολυμπιακό Χωριό, στο «Ribas», στη Μαύρη, στην Κρυφή, οπουδήποτε στήνονταν κόντρες. Σε όλα αυτά τα μέρη γίνονταν σπονδές βενζίνης, ενίοτε και αίματος, καθώς τα ατυχήματα είναι μέρος αυτού του μάταιου παιχνιδιού.

Το ξύλο, οι πέτρες, οι αναποδογυρισμένοι κάδοι, η αφελής προαναγγελία της συνάντησης στο «Ribas» στη Βάρκιζα μέσω Facebook -κάτι που στην ουσία λειτούργησε σαν πρόσκληση ταυτόχρονα σε ταραξίες και αστυνομικούς-, οι ομαδικές προσαγωγές που ακολούθησαν σηματοδοτούν στα μάτια της προηγούμενης γενεάς κοντράκηδων την τελειωτική απαξίωση, την οριστική λουμπενοποίηση της ιδιαίτερης συνομοταξίας στην οποία περήφανα κάποτε ισχυρίζονταν ότι ανήκαν.
Μέγα πλήθος στη Βούτα

Οι κόντρες ήταν ανέκαθεν μια ιστορία που γραφόταν όχι μόνο κάθε Τρίτη ή Πέμπτη, αλλά κατά περιόδους σχεδόν κάθε βράδυ, πάντα κάτω από την επίσημη φόδρα της πόλης. Ηταν μια τελετουργία για μυημένους, για μια φυλή που λάτρευε μηχανοκίνητες, τουρμπισμένες, χαμηλωμένες και παραφουσκωμένες θεότητες, καθώς και για όσους ιερουργούσαν οδηγώντας τες, τους «χεράδες» που έστριβαν με όσα και με το πλάι.

Μια φυλή που είχε τους δικούς της νόμους, τις δικές της αξίες, τη μυθολογία και βέβαια μια ιδιαίτερη διάλεκτο, με λέξεις ακατάληπτες για οποιονδήποτε εκτός κάστας. Μεγάλα ποσά χρημάτων άλλαζαν χέρια σε στοιχήματα για το ποιος θα περάσει τον άλλον, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το έπαθλο του νικητή ήταν η άδεια ή ο τίτλος ιδιοκτησίας του αντίπαλου οχήματος.

Σε μια ακραία περίπτωση λέγεται ότι κάποιος έβαλε στοίχημα ότι, εάν έχανε, θα έβαζε φωτιά στο αυτοκίνητό του, άσχετα από το ότι άξιζε μια ολόκληρη περιουσία από τα διάφορα εξαρτήματα που είχε βάλει σε αυτό προκειμένου να βελτιώσει τις επιδόσεις του.

Τη δεκαετία του ’90 στη Βούτα, στο τμήμα της λεωφόρου Βουλιαγμένης ανάμεσα στη διασταύρωση με την Αλίμου και έως το Βαρέλι (ο υδατόπυργος της παλιάς αμερικανικής βάσης), συγκεντρωνόταν πλήθος που κάποια ζεστά βράδια έφτανε ακόμη και τα 10.000 άτομα. Λίγο πιο κάτω ήταν η Μαύρη (λόγω της απόχρωσης της ασφάλτου που είχε επιστρωθεί εκεί), περίπου στο σημερινό «Lidl».

Αρκετά μακρύτερα ήταν το Πέταλο στα Λιμανάκια και κατόπιν το «Ribas» μετά τη Βάρκιζα: αυτοί ήταν και είναι οι ναοί της κόντρας στα νότια προάστια. Μεγάλες ευθείες, ύπουλο στροφιλίκι, όλα παρά θίν’ αλός, με αυθεντικό άρωμα Ελλάδας και αγωνιστικού καυσίμου.

Με επίκεντρο την καντίνα «Χόλιγουντ», στο σήμα της Ολυμπιακής, οι θαυμαστές και λοιποί θιασώτες της κόντρας παρατάσσονταν κατά μήκος της Βουλιαγμένης. Τα ζητούμενα ήταν ήχος και φως από τους οδηγούς που μετείχαν στην άτυπη κούρσα. Οι παθιασμένες συζητήσεις για το εάν ο «Φούρναρης» έχασε μια αλλαγή ταχύτητας και έμεινε πίσω, για το εάν η BMW M3 του εκάστοτε Σάκη/Λάκη/Μάκη/Τάκη ή ο «Χάρος» του «Τόλη» δεν πήγαινε βήμα επειδή το μοτέρ ακουγόταν να «μπερδεύει», γι’ αυτό και δεν ανέβασε πάνω από 250 χλμ./ώρα κ.ο.κ., μπορεί να συνεχίζονταν επί εβδομάδες – ή έως την επόμενη κόντρα.

Πολύ πριν από το «ντου» της προηγούμενης Τρίτης, η Αστυνομία συχνά πυκνά έκανε εφόδους στα γνωστά σημεία, κυρίως στη Βούτα και τα Λιμανάκια της Βουλιαγμένης. Οι πρακτικές που εφαρμόζονται παραδοσιακά είναι η εξακρίβωση στοιχείων των οδηγών αυτοκινήτων, με τη διαταγή «φέρε την άδεια και άνοιξε το καπό». Με δεδομένο ότι όλα τα οχήματα στις κόντρες έχουν υποστεί «άγριες» επεμβάσεις, εάν το όργανο της Αστυνομίας διαπιστώσει αναντιστοιχία ανάμεσα στους αριθμούς πλαισίου και κινητήρα σε σχέση με ό,τι αναγράφεται στην άδεια κυκλοφορίας, τότε ο κάτοχος του οχήματος αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα.

Ηρωισμοί και ανοησίες

Κάποτε, στα ηρωικά για τους κοντράκηδες 90s, είχε δημιουργηθεί ένα κλειστό κλαμπ τολμηρών και γρήγορων, στο οποίο δικαίωμα να γίνει μέλος είχε μόνο εκείνος που είχε τα κότσια να στρίψει στο Πέταλο στα Λιμανάκια με όχι λιγότερο από 110 χλμ. την ώρα. Κάποιοι με πολύ λιγότερα είχαν καταλήξει στην μπαριέρα ή είχαν πάρει τον κατήφορο στον παρακείμενο γκρεμό.

Οι ικανοί, όμως, κέρδιζαν το χειροκρότημα, τον θαυμασμό και την εκτίμηση της μάζας που συγκεντρωνόταν και είχε μάθει να αναγνωρίζει εξ ακοής και από μακριά τα «όπλα» των ηρώων εκείνης της χρυσής εποχής της κόντρας. Τότε κυριαρχούσαν οι «χεράδες», οι οποίοι στην πλειονότητά τους ήταν μηχανικοί αυτοκινήτων και οι ίδιοι που προφανώς έκαναν τις μετατροπές και τις βελτιώσεις στα αυτοκίνητά τους. Και ακριβώς επειδή η «μαστοράντζα» νεμόταν τον χώρο, δεν καλοδεχόταν τους «φλώρους» και τα πλουσιόπαιδα, τους «λέζες» (από το «λεζάντα»).

Ακόμη παλαιότερα, στα 80s, τα hot spοts της κόντρας ήταν καφετέριες ανά την Αττική έξω από τις οποίες γίνονταν καθημερινά μηχανοκίνητα καλλιστεία. Θρυλικές τέτοιες «φωλιές» κοντράκηδων ήταν ο «Λέντζος» στο Παγκράτι, το «Blue Bell» στο Ψυχικό, ο «Αλέκος» στην Πολιτεία, το «El Greco» και το «Allegro» στα δυτικά προάστια και κάποια από τα πάμπολλα πρατήρια «Jax Donuts».

Οι δε θαμώνες της «Speedy» στο Χαλάνδρι είχαν καθιερώσει το εξής άθλημα: έβαζαν στοίχημα ότι θα κάνουν μια συγκεκριμένη διαδρομή πριν τελειώσει το τραγούδι που επέλεγαν στο τζουκμπόξ. Αναλόγως της διάρκειας, η καμικάζι πορεία στους δρόμους της περιοχής αποσπούσε και τα εγκώμια ή τη χλεύη της παρέας.

Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000 είχε σημειωθεί μια πρωτοφανής έκρηξη της κοντράδικης υποκουλτούρας. Περιοδικά βελτιώσεων γέμιζαν τα περίπτερα, εφαρμόζοντας με μικρές παραλλαγές τη βασική συνταγή του βρετανικού «Max Power»: διογκωμένες ημίγυμνες και προκλητικές καμπύλες – θηλυκές και αυτοκινητικές. Ο ειδικός Τύπος δοξολογούσε τις εξωφρενικές «μοντίφες», το «τουμπάνιασμα» μοτέρ, αναρτήσεων και λοιπών περιφερειακών πέρα από κάθε λογική, ενώ αναδείκνυε μετά μανίας τα «τέρατα» που βελτιώνονταν στην Ελλάδα.

Και προκειμένου να υπάρξει μια απευθείας σύνδεση με την αρένα των δρόμων, άτομα που εμπλέκονταν άμεσα στις κόντρες κλήθηκαν να συνεισφέρουν με τις γνώσεις τους στη δημοσίευση ολόκληρων ενθέτων που περιέγραφαν αληθινές αναμετρήσεις. Ενα δείγμα τέτοιου κειμένου είναι το εξής: «Από στάση άνοιξε στη Βούτα ο Καντινιέρης με τον Μπαριέρα, ο ένας με το οχτάμπεκο Σιέρα και ο άλλος με το τσιπαρισμένο από Αμερική Εβο. Το Μίτσου έφυγε ρουκέτα μπροστά ένα καρότσι, αλλά έχασε αλλαγή σε δευτέρα, οπότε ο Καντινιέρης με το Σιέρα περνάει δυόμισι-τρία καρότσια μπροστά. Μετά όμως ο Μπαριέρας έβαλε τα νίτρα και μάζεψε τη διαφορά. Πέρασε την πρώτη γέφυρα μισό αμάξι πίσω από το Εβο. Στη δεύτερη γέφυρα τερμάτισε πρώτος με δύο κενές διαφορά».

Οι αναγνώστες που δυσκολεύονται να αποκωδικοποιήσουν το κείμενο, μπορούν να ανατρέξουν στο ειδικό λεξιλόγιο παραπλεύρως. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, στο σύμπαν της κόντρας, είτε στα λόγια, είτε στα έργα, ο καθένας εισέρχεται με δική του ευθύνη.

Δημήτρης Παπαδόπουλος: Ο «Καταραμένος» άρχοντας της κόντρας

Ο άνθρωπος που έσπαγε τα κοντέρ στην παραλιακή πιάνοντας ταχύτητες
300 χλμ. την ώρα και έχοντας συμμετάσχει σε περισσότερες από 300 κόντρες ξεδιπλώνει τις ξέφρενες ιστορίες της ζωής του πίσω από ένα τρελό τιμόνι
«Φίλε μου, όλα γίνονταν σε 700 μέτρα. Εγώ στη Βούτα είχα πιάσει 300 χιλιόμετρα διανύοντας αυτή την απόσταση!» μου λέει η βαριά ανδρική φωνή στο τηλέφωνο. Ο Δημήτρης Παπαδόπουλος δεν είναι -και μάλλον δεν θα γίνει ποτέ- ένας συνηθισμένος άνθρωπος, έχοντας μάθει να οδηγεί από ηλικία 11 ετών. Από τότε ερωτεύτηκε με πάθος τους τέσσερις τροχούς – κάποιοι μάλιστα λένε περισσότερο και από τις γυναίκες της ζωής του.

Γνωστός σε όλους τους «κοντράκηδες» αρχικά και στο πανελλήνιο αργότερα με το παρατσούκλι «Καταραμένος», παραμένει στα 49 χρόνια του η αρχέτυπη μορφή του αρσενικού παλαιάς κοπής που κουβαλάει πάνω του μια αυθεντική δόση μαγκιάς. Το όνομά του είναι μύθος για όσους κατέβαιναν στα νότια προάστια από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, οπότε και άρχισε να συμμετέχει στις θρυλικές κόντρες σε ηλικία 19 χρόνων.

Από τα χέρια του πέρασαν δεκάδες αυτοκίνητα και κάποιες εκατοντάδες εκατομμύρια παλιές καλές δραχμές, με τις οποίες μετέτρεψε συμβατικά οχήματα σε πραγματικούς πυραύλους. Είναι αυτός που μεταμόρφωσε ένα Mitsubishi Evolution στο πιο γρήγορο του κόσμου, με τη μηχανή του να αποδίδει 1.456 άλογα και τον ίδιο να ποζάρει ράθυμα στο εξώφυλλο του περιοδικού «Power». Σήμερα έχει παραδώσει τη σκυτάλη στον γιο του Κώστα, τον «Καταραμένο junior», όπως τον αποκαλεί, και δεν αρνήθηκε να κάνει μια βουτιά στις αναμνήσεις αλλοτινών εποχών, τότε που κατά τον ίδιο «όλα ήταν πιο αθώα».
Το παρατσούκλι και η Βούτα

Ο Δημήτρης Παπαδόπουλος μεγάλωσε ως γνήσιο παιδί της Μεταπολίτευσης σε μια τυπική ελληνική οικογένεια, ενώ σε ηλικία 11 ετών «είχα μάθει να οδηγώ καλά. Από τότε είχα λατρέψει το αυτοκίνητο, οπότε όταν πήγα στον Στρατό ήμουν ήδη έτοιμος οδηγός και αυτή την ειδικότητα πήρα».

Πήρε και κάτι άλλο, όμως, υπηρετώντας τη μαμά πατρίδα: το περίφημο πλέον παρατσούκλι του, το οποίο φιγουράρει με logo και στα αυτοκίνητα που τροποποιεί. «Μια μέρα που επέστρεφα από δρομολόγιο, έτρεχα, μπήκα με ταχύτητα στη στροφή που οδηγούσε στην είσοδο του στρατοπέδου και έπεσα με δύναμη πάνω στην πύλη παίρνοντας μαζί ό,τι υπήρχε».

Ο διοικητής του στρατοπέδου ακούγοντας τον θόρυβο βγαίνει, τον βλέπει όρθιο μέσα σε έναν χαμό και αρχίζει να του φωνάζει: «Είσαι καταραμένος, παιδί μου, καταραμένος».
Επειδή τα χέρια του πιάνουν, αρχίζει να δοκιμάζει πόσο πιο γρήγορα μπορεί να κάνει τα συμβατικά αυτοκίνητα της εποχής, εντός και εκτός δουλειάς, κάνοντας τροποποιήσεις και μετατροπές.

Ενα από τα πρώτα είναι το διθέσιο Ford Escort των 80s, το οποίο μετά τη «δουλειά του» αποδίδει 180 άλογα και με το οποίο κερδίζει τις πρώτες του κόντρες. «Το όνομα ‘‘Βούτα’’ εγώ το έβγαλα για το συγκεκριμένο σημείο στη Βουλιαγμένη», αποκαλύπτει ο «Καταραμένος» βασιλιάς της κόντρας, «για να μπορούν να καταλαβαίνουν όλοι το σημείο. Εκανε αυτή τη βουτιά κατά κάποιον τρόπο ο δρόμος και έτσι έμεινε το όνομα». Στην ερώτηση αν έχει χάσει ποτέ σε κόντρα ο Δημήτρης είναι κατηγορηματικός παρά τον αστικό μύθο που τον θέλει κάποιες φορές να έχει βγει δεύτερος.

«Δεν έχασα ποτέ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να συμμετέχει σε κόντρες. Δεν θυμάμαι πόσες έχω κάνει, σίγουρα όμως είναι πάνω από 100», μου λέει, την ίδια στιγμή που γνώστες του σπορ τον θέλουν να έχει λάβει μέρος σε περισσότερες από τριακόσιες!

Θυμάται όμως την καλύτερη, την πιο έντονη για τον ίδιο αναμέτρηση που δεν έγινε στη Βουλιαγμένη, αλλά στην «Κρυφή», μια ευθεία στον Μαραθώνα, χωρίς στύλους με φώτα στον δρόμο ή σπίτια. «Τα στήσαμε μαζί με τον φίλο μου τον Μπασινά και ήταν αξέχαστη εμπειρία, από αυτές που σημαδεύουν τη ζωή σου, ρε παιδί μου. Είσαι εσύ, το αυτοκίνητό σου και το τιμόνι».

Τα στοιχήματα, οι γυναίκες και η τρέλα

Ο Παπαδόπουλος ξοδεύει πολλά, παρά πολλά για να τροποποιήσει τα αυτοκίνητά του εκείνα τα χρόνια. Κάποιοι θυμούνται το θηριώδες Ford Sierra Cosworth με το οποίο έκανε κόντρες. Για να το τροποποιήσει ξοδεύει το μυθικό ποσό για την εποχή -αρχές δεκαετίας του ’90- των 300 εκατ. δραχμών. Στην τελική του μορφή αποδίδει 600 ίππους συν άλλους 200 από την μπουκάλα με το νίτρο. «Εγώ ήμουν ο πρώτος που έφερα το νίτρο για τα αυτοκίνητα στην Ελλάδα. Οταν στην αρχή το έβλεπαν οι άλλοι και με ρώταγαν τι είναι, τους απαντούσα πυροσβεστήρας», λέει γελώντας.

Σύμφωνα με τις ιστορίες και τις μαρτυρίες από τη συγκεκριμένη περίοδο, ο Παπαδόπουλος κέρδισε πάρα πολλά λεφτά σε κόντρες, αφού υπήρχαν βράδια όπου τα στοιχήματα ξεπερνούσαν τις 500.000 δραχμές, ενίοτε και το 1 εκατομμύριο.

Ο ίδιος στην ερώτηση αν έχει παίξει ποτέ την άδεια του οχήματός του ή χρήματα, μου ξεκαθαρίζει ότι δεν θέλει να απαντήσει επειδή δεν επιθυμεί να ανοίξει το συγκεκριμένο κεφάλαιο.

Προτιμά να θυμάται τους εκατοντάδες ή χιλιάδες θεατές που μαζεύονταν για να δουν τις κόντρες είκοσι τρελών που ζούσαν και ανέπνεαν για να κάνουν τα αυτοκίνητά τους αεριωθούμενα εδάφους.

Ο ίδιος θεωρείται εξπέρ στις «βελτιώσεις» και μάλιστα κατάφερε ξοδεύοντας 500 εκατ. δραχμές -πάλι ασύλληπτο ποσό!- να δημιουργήσει το πιο γρήγορο Mitsubishi Evolution στον κόσμο, το οποίο «έβγαζε 1.456 άλογα», αυξάνοντας την ήδη μεγάλη φήμη του. Μόνο τυχαίο δεν θεωρείται το γεγονός ότι ολόκληρες παρέες κατέβαιναν στη Βούτα για να δουν τον «Καταραμένο» να τρέχει με 300 χιλιόμετρα την ώρα για λίγα δευτερόλεπτα καθαρής ανδρικής ηδονής, απ’ όπου όμως δεν έλειπαν και οι γυναίκες.

«Μαζί παίρναμε τις κοπέλες μας και εγώ τη γυναίκα μου, η οποία δεν φοβόταν γιατί ήξερε πόσο καλός είμαι, οπότε απολάμβανε το θέαμα», αναφέρει ο Δημήτρης.

Οταν η συζήτηση έρχεται στο αν αντιμετώπισε κάποιον κίνδυνο, είναι κάθετος: «Δεν κινδύνεψα ποτέ γιατί αυτό που έκανα το έκανα πολύ καλά. Ηταν το χόμπι μου, η αλητεία μου αν θέλεις, και παρά τα όσα λέγονται υπήρχαν πολλά βράδια, στην αρχή τουλάχιστον, που οι χαμένοι πλήρωναν ποτά και φαγητά».

Ο ίδιος επιμένει ότι η Αστυνομία δεν τον έχει μαζέψει ποτέ, αν και άλλοι θυμούνται το φτιαγμένο κόκκινο Mazda ΡΧ-8 του παρκαρισμένο έξω από την Τροχαία της Γλυφάδας αρκετές φορές. Σήμερα ασχολείται αποκλειστικά με το μαγαζί του, το οποίο ονομάζεται φυσικά «Ο Καταραμένος».

Εκεί πλέον πηγαίνουν πάρα πολλοί τα αυτοκίνητά τους προκειμένου ο «βασιλιάς» της Βούτας να τα κάνει πιο γρήγορα. «Αν με προκαλέσουν σε κόντρα, θα το κάνω μόνο σε αγώνα και σε πίστα», τονίζει, ενώ αναφερόμενος στα όσα επεισοδιακά έγιναν πριν από λίγες ημέρες παραδέχεται ότι «τίποτε τώρα δεν είναι όπως τότε. Αναπολώ εκείνα τα χρόνια γιατί ήταν όλα πιο αθώα παρά τα όσα ακούγονται. Τότε ό,τι κι αν γινόταν, όσα αμάξια πηγαίναμε, μετά τις κόντρες φεύγαμε όλοι μαζί, σαν φίλοι.

Τώρα άσ’ τα να πάνε, η μαγεία χάθηκε…». Εμειναν όμως ο «βασιλιάς της Βούτας», οι ιστορίες από τις εξατμίσεις που έβγαζαν φωτιές και τα ελαστικά που στρίγκλιζαν στην εκκίνηση για εκείνα τα 700 μέτρα τεστοστερόνης που ο «Καταραμένος» δεν θα τα άλλαζε για τίποτε στον κόσμο…

Οι διάσημες κόντρες επί δεκαετίες ήταν η απόλυτη ατραξιόν της παραλιακής by night!

protothema.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ