Εξαρτημένοι απ΄την επικαιρότητα

Θα ’χε είκοσι λεπτά που μπήκε στην τράπεζα. Σαρανταπεντάρης, καλοντυμένος και φρεσκοξυρισμένος· η ατσαλάκωτη εμφάνισή του πρόδιδε στέλεχος ασφαλιστικής ή χρηματιστηριακής εταιρείας. Βόλεψε τη δερμάτινη τσάντα του σε μια καρέκλα και κάθισε ο ίδιος στη διπλανή, περιμένοντας να έρθει το νούμερό του και δυσφορώντας έκδηλα με την πιθανότητα μεγάλης αναμονής.

Αμέσως βυθίστηκε στο «έξυπνο» τηλέφωνό του, να σταχυολογήσει την επικαιρότητα· άρχισε να περιδιαβαίνει από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα, χάιδευε νευρικά με τα δάχτυλά του την οθόνη κι «άνοιγε» τις ειδήσεις που έβρισκε ενδιαφέρουσες, σηκώνοντας το κεφάλι του μονάχα για να δει πώς προχωράνε τα νούμερα κι αδιαφορώντας για τον κόσμο που τον περιέβαλλε.

Οχι, δεν είχε χρόνο για χάσιμο, άλλωστε ο χρόνος είναι χρήμα.

Κι εφόσον προέκυψε αυτή η ατυχία της αναμονής -ας όψονται οι συνταξιούχοι που δεν λένε να εισπράξουνε τη σύνταξη από τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης, παρά στήνονται στις ουρές και καθυστερούνε τις σοβαρές υποθέσεις-, ας αποκτήσει, τουλάχιστον, εικόνα για τις ειδήσεις της ημέρας.

Αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς η καλή ενημέρωση· έπρεπε να γνωρίζει τις πολιτικές εξελίξεις και τα οικονομικά και επιχειρηματικά νεότερα ανά την υφήλιο, αν δεν ήθελε να μείνει πίσω.

Η απλή ανάγνωση των γεγονότων δεν ήταν αρκετή· διάβαζε και τους κάθε λογής αναλυτές, που του αποκάλυπταν, τάχα, την αθέατη όψη και το βάθος των πραγμάτων.

Πάμπολλες ώρες αφιέρωνε καθημερινά σ’ ετούτη την υπόθεση. Στο γραφείο και στο σπίτι πάντοτε μια τηλεόραση ανοιχτή, να αναμεταδίδει ενημερωτικά προγράμματα.

Στο μετρό και στο ταξί, στο διάλειμμα για κολατσιό και σε οποιαδήποτε άλλη νεκρή στιγμή στη δουλειά, αλλά και τώρα -καλή ώρα- στην αναμονή στην τράπεζα, σκυμμένος στην ταμπλέτα ή στο κινητό, μη και του ξεφύγει καμιά σημαντική παράμετρος ή κάποια αποκαλυπτική ανάλυση.

Ακόμα και στο καφέ που συνήθιζε να συχνάζει με συναδέλφους σαν έφευγαν απ’ τη δουλειά, όλοι τους πάνω από τις ηλεκτρονικές συσκευές τους, να μιλάνε μεταξύ τους δίχως να κοιτάζονται, ν’ αναμασάνε πληροφορίες κι εκτιμήσεις άλλων και να προσποιούνται ότι σκέφτονται, την ώρα που το εξουθενωμένο μυαλό τους αδυνατούσε ν’ ανταποκριθεί σε οποιοδήποτε πραγματικό ερέθισμα, εγκλωβισμένο στην ηλεκτρονική φυλακή τους κι εξαντλημένο από τη διαρκή υπερένταση της μέρας.

Και το ξημέρωμα, πριν ξυριστεί κι ετοιμαστεί για τη δουλειά, ξαπλωμένος ακόμη στο κρεβάτι, ταυτόχρονα με τα μάτια του ανοίγει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να δει μήπως συνέβη κάτι αξιοσημείωτο την περασμένη νύχτα.

Άλλωστε, ο κόσμος εξακολουθεί να ζει και να κινείται, ακόμα και τις ώρες που σπαταλούμε εμείς για ύπνο· πρέπει να τα προλάβουμε τα βραδινά τα νέα, πού καιρός για χάσιμο.

Εξαρτημένοι από την επικαιρότητα, πιασμένοι μες στα δίχτυα της κι εγκλωβισμένοι στα πλοκάμια της, να κυνηγούμε τα καρότα της κάνοντας πως δεν νιώθουμε τα ραπίσματα από τα μαστίγιά της.

Εθισμένοι, λαχταρούμε να ρουφήξουμε τις επόμενες κατασκευασμένες ειδήσεις, να εκτεθούμε σε καθοδηγούμενες αναλύσεις και να χάσουμε τον εαυτό μας μέσα σε μια διαθλασμένη πραγματικότητα, μελετώντας περισπούδαστα το αλλοιωμένο της είδωλο.

Γράφει ο Λευτέρης Κουγιουμουτζής

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ