Αποφυλακίζεται ο “κανίβαλος που άκουγε… Τσαϊκόφκσι”, Θεόφιλος Σεχίδης 21 χρόνια μετά το έγκλημα

Αποφυλακίζεται ο Θεόφιλος Σεχίδης και επιστρέφει στη Θάσο;…

Το έγκλημα του αιώνα στη Θάσο», «Ο γιος του Φρανκεστάιν», «Αμόκ αίματος στη Θάσο», «Ο κανίβαλος που άκουγε… Τσαϊκόφκσι» ήταν μερικά από τα πρωτοσέλιδα στις αρχές του Αυγούστου του 1996, όταν το νησί της Θάσου έμελλε να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης μετά την αποκάλυψη της πενταπλής ανθρωποκτονίας του μαζικού δολοφόνου Θεόφιλου Σεχίδη.

Ο 24χρονος τότε φοιτητής Νομικής συλλαμβάνεται και ομολογεί το αποτρόπαιο έγκλημα που διέπραξε τρεις μήνες πριν και συγκλόνισε όλη την Ελλάδα, όταν στις 19 και 20 Μαΐου 1996 σκότωσε πέντε μέλη της οικογένειάς του, το θείο του, τον πατέρα του, τη μητέρα του, την αδελφή του και τη γιαγιά του.

21 χρόνια μετά το έγκλημα που έμελλε να αποτελέσει θέμα για… διδακτορικό στην Ψυχιατρική και αντικείμενο μελέτης από ιατρικούς, εγκληματολογικούς και δικαστικούς κύκλους, ο Θεόφιλος Σεχίδης είναι πιο κοντά από ποτέ στο να επιστρέψει στον «ελεύθερο κόσμο» και μάλιστα στη Θάσο, σύμφωνα με την επιθυμία του ίδιου, μιας και του το επιτρέπει ο νόμος, παρά τις 5 φορές ισόβια που του επιβλήθηκαν.

Το ιστορικό της υπόθεσης 

«Τον πατέρα μου και τον θείο μου τους σκότωσα με όπλο… Τη μητέρα μου, την αδελφή μου και τη γιαγιά μου τις αποκεφάλισα με δύο μαχαίρια», είπε στην ομολογία του ο Θεόφιλος Σεχίδης, ο 24χρονος που δολοφόνησε σε μια μέρα όλη του την οικογένεια.

Το «σοκ ήταν πανελλήνιο» και ήταν από τις λίγες φορές που η φράση δεν ήταν μια τις συνηθισμένες δημοσιογραφικές υπερβολές. Ο Σεχίδης διέπραξε ένα έγκλημα πέρα από τα συνηθισμένα για τα ελληνικά δεδομένα και φυσικά χωρίς καμία αφορμή ή αιτία. Οι δολοφονίες συνέβησαν στη Θάσο τον Μάιο του 1996 και αποκαλύφθηκαν τον Αύγουστο του ίδιου έτους, δηλαδή δυόμισι μήνες αργότερα ύστερα από καταγγελία για εξαφάνιση των θυμάτων. Τότε, ο Θεόφιλος Σεχίδης ήταν 24 χρόνων και φοιτούσε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κομοτηνής. Ο πατέρας του, Δημήτρης, ήταν δάσκαλος και η μητέρα η Μαρία ήταν νοικοκυρά. Η μεγαλύτερη αδελφή του, η Ερμιόνη, έπασχε από σχιζοφρένεια.

Η οικογένεια Σεχίδη

Η Ελένη Σεχίδη, γυναίκα του θείου του Θεόφιλου, κατήγγειλε στη βελγική αστυνομία ότι είχε χάσει τα ίχνη του άντρας της, όπως και των υπόλοιπων μελών της οικογένειας. Επανειλημμένως είχε επιχειρήσει να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά μάταια, ενώ στο τηλέφωνο του σπιτιού απαντούσε σταθερά ο Θεόφιλος, ο οποίος της έλεγε πως έλειπαν όλοι στο εξωτερικό. Οι αστυνομικές αρχές του Βελγίου τότε δεν είχαν βρει επαρκή στοιχεία για να συνεχίσουν την έρευνα και μάλιστα στην Ελλάδα. Έτσι, λίγο καιρό μετά, η Ελένη Σαχίδη ταξίδεψε στη Φλώρινα, απ΄ όπου καταγόταν η οικογένεια, προσπαθώντας να εντοπίσει τα ίχνη του άντρα της.

Στις 3 Αυγούστου πήγε και ο δράστης του εγκλήματος στη Φλώρινα, ο οποίος «έπαιζε θέατρο» αναζητώντας δήθεν τη μάνα του, τον πατέρα του, την αδερφή του και τον θείο του, ρωτώντας με αγωνία τους χωριανούς, τους συγγενείς και τους φίλους. Ωστόσο, η θεία του άρχισε να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Θεόφιλο. Γνώριζε βέβαια ότι ήταν κάπως ιδιόρρυθμος, αλλά η συμπεριφορά του ήταν εντελώς αλλοπρόσαλλη. Τα θύματα της δολοφονίας Λίγους μέρες νωρίτερα, στις 21 Ιουλίου σε έλεγχο που είχε γίνει στο αυτοκίνητό του στην περιοχή της Καβάλας, είχαν βρεθεί μια κοντόκανη καραμπίνα, ένα κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια.

Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε δεκάμηνη φυλάκιση και πρόστιμο 700.000 δρχ., με τριετή αναστολή λόγω του γεγονότος ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο και αφέθηκε ελεύθερος. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός πως, κατά την εξέτασή του, ο Σεχίδης δεν μπορούσε να δώσει πειστικές απαντήσεις για το πού βρίσκονται οι πέντε συγγενείς του, ενέτεινε τις υποψίες των αστυνομικών της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ότι πιθανώς σχετίζεται με την εξαφάνισή τους. Άλλωστε έπεφτε και σε συχνές αντιφάσεις. Δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος» Στις 8 Αυγούστου οι αρχές συνέλαβαν τον Θεόφιλο Σεχίδη και τον οδήγησαν στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, ως ύποπτο για τη δολοφονία των πέντε μελών της οικογένειας.

Ύστερα από πολύωρη ανάκριση ο δράστης ομολόγησε ότι σκότωσε τον πατέρα, τη μητέρα, την αδελφή, τον θείο και τη γιαγιά του. «Ήταν άρρωστοι και ήθελα να τους λυτρώσω» δήλωσε, αρχικά, στους εμβρόντητους αξιωματικούς της αστυνομίας και αργότερα πρόσθεσε: «Ήθελαν να με βγάλουν από τη μέση και πρόλαβα να τους σκοτώσω πρώτος. Υπήρχε συνωμοσία σε βάρος μου. Βρισκόμουν εν αμύνη. Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο επειδή ήξερα ότι ήμουν άλλης μάνας παιδί και δεν μου έλεγαν την αλήθεια. Τους ξέκανα για να μην με ξεκάνουν».

Το χρονικό των δολοφονιών

Δημοσίευμα της εφημερίδας «Απογευματινή της Κυριακής» Ο πρώτος φόνος έγινε το πρωί της 19ης Μαΐου, στην περιοχή της αρχαίας ακρόπολης της Θάσου στην περιοχή του Λιμένα. Ο Θεόφιλος Σεχίδης πήγε εκεί με τον θείο του Βασίλη για να συζητήσουν. Ωστόσο, η συζήτηση έγινε έντονη και οι δύο τους άρχισαν να τσακώνονται; «Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος 10 μέτρων. Κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί. Και για να μη βασανίζεται άλλο, του έκοψα με το μαχαίρι το κεφάλι», υποστήριξε ο δράστης. Στη συνέχεια είπε πως έκρυψε το πτώμα σε κάτι θάμνους. Μετά έφυγε, αγόρασε ένα καινούριο πουκάμισο και ένα μονόκαννο κυνηγετικό όπλο και πήγε σπίτι να περιμένει τους υπόλοιπους της οικογένειας.

Γύρω στις 7:30 της ίδιας μέρας μπήκε στο σπίτι ο πατέρας του Θεόφιλου, ο Δημήτρης, και τότε ξέσπασε νέος καυγάς. «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα», είπε. «Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα και έπεσε νεκρός.

Μετά του έκοψα την καρωτίδα μ’ ένα μαχαίρι». Λίγο μετά, μπήκε στο σπίτι και η μητέρα του Μαρία. «Κρατούσε κι αυτή μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι, την αφόπλισα και της έκοψα τον λαιμό με το μαχαίρι», είπε ο Σεχίδης, αλλά ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι είχε κι αυτή πυροβοληθεί στο κεφάλι. Ακολούθησε η αδελφή του Έμμυ, που είχε ακούσει την φασαρία, μπήκε στο σαλόνι, κρατώντας ένα τασάκι για να αμυνθεί. Ο Σεχίδης υποστήριξε πως κρατούσε και αυτή μαχαίρι. «Μου όρμησε και τη σκότωσα με τον ίδιο τρόπο», συμπλήρωσε. Ο Θεόφιλος Σεχίδης μετέφερε τα πτώματα στο υπνοδωμάτιο, σκούπισε τα αίματα και έπεσε για ύπνο. Την άλλη μέρα το πρωί έφτασε στο σπίτι η γιαγιά του. Και για αυτή υποστήριξε ότι κινήθηκε εναντίον του, οπότε την ακινητοποίησε και της έκοψε το λαιμό.

Αμέσως μετά τεμάχισε τα πτώματα ακούγοντας Τσαϊκόφσκι και τα τοποθέτησε σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών. Παράλληλα έκοψε τα κρανία με σιδεροπρίονο και αφαίρεσε τους εγκεφάλους των θυμάτων, τους τοποθέτησε σε πιάτο και τους έβαλε στο ψυγείο, με σκοπό να τους μελετήσει και μετά να τους φάει για να τους τιμωρήσει. Ο ίδιος είπε χαρακτηριστικά: «Δυο-τρεις εγκεφάλους τους έβγαλα και τους έβαλα στο ψυγείο. Είχα κάποιες ψυχιατρικές και ιατρικές γνώσεις και ήθελα να εξετάσω την ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό είναι όλο. Δεν μετάνιωσα για τίποτα, καλά έκανα.

Το ένα κεφάλι ήδη είχε σπάσει, τα μυαλά είχαν βγει, οπότε γιατί να μην τα βάλω στο ψυγείο…». Επί τρεις ημέρες με το φέρι μποτ της γραμμής Θάσου- Κεραμωτής, μετέφερε τις σακούλες με τα διαμελισμένα κορμιά των συγγενών στην Καβάλα. Όταν νύχτωνε πήγαινε στο σκουπιδότοπο της Πέρνης και έθαβε τις σακούλες. Η δίκη Με τη δικογραφία που σχηματίσθηκε σε βάρος του, ο Θεόφιλος Σεχίδης οδηγήθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Καβάλας. Η δίκη διεξήχθη στις 20 Ιουνίου 1997 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας.

2010: Η πρώτη διάγνωση που «έδειξε» σχιζοφρένεια

Ο ψυχίατρος στον ΟΚΑΝΑ του Αττικού Νοσοκομείου, Γεώργιος Τζεφεράκος, ο οποίος προσέφερε τις υπηρεσίες του στα καταστήματα κράτησης της ψυχιατρικής πτέρυγας Κορυδαλλού εκείνη την περίοδο, εξέφρασε την άποψή του για το αν τελικά είναι ψυχικά υγιής ο Θεόφιλος Σεχίδης ή όχι. «Ο Θεόφιλος Σεχίδης πάσχει από σχιζοφρένεια. Μερικές φορές, ειδικά στις αρχικές φάσεις της ψυχικής νόσου, είναι δύσκολο να τεθεί μια οριστική διάγνωση. Στις ψυχιατρικές διαγνώσεις ο παράγοντας «χρόνος» παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, γιατί η κλινική εικόνα του ασθενούς εμπλουτίζεται ή και αλλάζει».

Μιλώντας για τα χαρακτηριστικά της σχιζοφρένειας ο κ. Τζεφεράκος δηλώνει: «Η σχιζοφρένεια χαρακτηρίζεται από παραληρητικές ιδέες, τις οποίες πιστεύει με απόλυτη βεβαιότητα ο ασθενής, και ψευδαισθήσεις, η αίσθηση δηλαδή ότι υπάρχει ένα αισθητηριακό ερέθισμα, χωρίς αυτό να υπάρχει στην πραγματικότητα. Η σχιζοτυπική διαταραχή είναι διαφορετική από τη σχιζοφρένεια. Πρόκειται, δηλαδή, για διαταραχή προσωπικότητας, που μοιάζει με τη σχιζοφρένεια, όμως δεν είναι».

Σχετικά με την ετυμηγορία της δίκης ο κ. Τζεφεράκος σχολιάζει: «Οι δικαστές στηρίζονται κυρίως στις γνωματεύσεις των ειδικών, επομένως όταν υπάρχουν πολλές διαφορετικές γνωματεύσεις μπορούν να τους μπερδέψουν. Αυτή είναι όμως και η θέση των δικαστών να κρίνουν, μαζί με αλλά στοιχεία και να βγάλουν μια απόφαση».

2016: Η αίτηση αποφυλάκισης και γιατί είναι πολύ πιθανό να γίνει δεκτή

Ο Θεόφιλος Σεχίδης έχει ήδη υποβάλει αίτηση αποφυλάκισης για το 2017, την οποία δικαιούται σύμφωνα με το νόμο 4322. Όπως δηλώνει ο δικηγόρος-εγκληματολόγος Διονύσης Χιόνης, ο Ποινικός Κώδικας ορίζει ότι σε περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά δύο ή τρεις ποινές ισόβιας κάθειρξης, ο κρατούμενος πρέπει για κάθε μία από αυτές να παραμείνει πραγματικά 15 χρόνια στην φυλακή. Για να απολυθεί, υπό όρους ο κατάδικος αυτός, πρέπει να έχει εκτίσει το άθροισμα των ποινών αυτών, όχι όμως πάνω από 25 χρόνια.

Από τα 25 χρόνια πρέπει να έχει εκτίσει πραγματικά τα 19 χρόνια και για τα υπόλοιπα 6 χρόνια μπορεί να υπάρξει ευεργετικός υπολογισμός, δηλαδή κάθε ημέρα στη φυλακή να υπολογίζεται ευεργετικά ως 2 ημέρες εκτιόμενης ποινής, εφόσον ο κατάδικος εργάζεται ή δε μπορεί αιτιολογημένα να εργαστεί, επειδή για παράδειγμα πάσχει από ιδιαίτερα βαριά ασθένεια (AIDS, κακοήθη νεοπλάσματα, νεφρική ανεπάρκεια, κ.λπ.), είναι ανάπηρος ή συντρέχει στο πρόσωπό του μία από τις παρεμφερείς προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα.

Ο Σεχίδης, λοιπόν, εφ’ όσον έχει συμπληρώσει 19 έτη εγκλεισμού και εφ’ όσον δύναται να αιτηθεί ευεργετικό υπολογισμό άλλων 6 ετών, τότε έχει δικαίωμα να υποβάλει αίτηση απόλυσης υπό όρους. Ο κ. Χιόνης, ωστόσο, σημειώνει ότι αυτό δε σημαίνει αυτόματα ότι η αίτηση θα γίνει δεκτή από το αρμόδιο δικαστικό Συμβούλιο (σ.σ.: Φέτος ή στο μέλλον, μιας και έχει το δικαίωμα να υποβάλλει από εδώ και στο εξής αίτηση αποφυλάκισης κάθε χρόνο), ειδικά αν αντιμετωπίζει ακόμα προβλήματα ψυχιατρικής φύσης. «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ψυχίατρος που θα υπογράψει για την αποφυλάκιση», δηλώνει ο αρχιφύλακας της ψυχιατρικής πτέρυγας των φυλακών Κορυδαλλού, Αντώνης Αραβαντινός. Ο αρχιφύλακας εξηγεί ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη διαδικασία για τη λήξη της ποινής των κρατουμένων. Πρέπει να δοθεί παραγγελία από τον εισαγγελέα-είτε με δική του πρωτοβουλία, είτε με πρωτοβουλία της υπηρεσίας-, διότι μπορεί οι ίδιοι οι κρατούμενοι να μην έχουν αντιληφθεί ότι ήρθε η ώρα να αποφυλακιστούν.

«Θέλει να επιστρέψει στη Θάσο και να μείνει στην ξαδέρφη του…»

Ο κ. Αραβαντινός αναφέρει: «Έχει μία ξαδέρφη στη Θάσο και λέει ότι θα πάει να μείνει σε αυτή, καθώς δεν του έχει μείνει κανένα περιουσιακό στοιχείο». Όμως πέρα από τον εναπομείναντα περίγυρό του υπάρχει και μία κοινωνία που θα πρέπει να τον δεχτεί σε περίπτωση που ο Θεόφιλος αποφυλακιστεί. «Γιατί να είναι έτοιμη η κοινωνία να τον δεχτεί; Αυτός είναι έτοιμος; Γιατί αν είναι έτοιμος μπορεί να ενταχθεί. Εγώ θεωρώ ότι η κοινωνία δεν είναι υποχρεωμένη να είναι έτοιμη για κανέναν», δηλώνει ο κ. Χιόνης και συμπληρώνει ότι αν ο Σεχίδης αποφυλακιστεί-όποτε κι αν αποφυλακιστεί-, είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες.

«Οι δεδομένες κοινωνικές αγκυλώσεις, τα στιγματιστικά στερεότυπα του «αποφυλακισμένου» και του «ψυχασθενή», αλλά και η σοβαρή δυσλειτουργία ικανών κρατικών ψυχιατρικών θεραπευτικών δομών εμποδίζουν την ομαλή κοινωνική επάνοδο οποιουδήποτε ατόμου με αυτά τα χαρακτηριστικά. Ας προστεθεί ότι και η έλλειψη υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος είναι καταλυτική σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επιπλέον, όμως, λόγω της αρνητικής διασημότητάς του, είναι βέβαιο ότι ο Σεχίδης θα έχει να αντιμετωπίσει ένα ιδιότυπο εντονότερο κοινωνικό στίγμα, που θα αποτελέσει σημαντικό ανασχετικό παράγοντα της ολοκληρωμένης ενσωμάτωσής του, εάν και εφόσον μπορέσει τελικά να την υποστηρίξει», σχολιάζει ο κ. Χιόνης.

Συνοψίζοντας τις απόψεις των διαφόρων ειδικών, πολλοί είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τόσο την ενδεχόμενη αποφυλάκιση του Σεχίδη όσο και την επανένταξή του. Η κλειστή κοινωνία της Θάσου και όπως κάθε κλειστή κοινωνία δυσκολευόταν ήδη να αντιμετωπίσει την διαγνωσμένη με ψυχική ασθένεια, αδελφή του Θεόφιλου, πόσο μάλλον τον ίδιο τώρα…

tromaktiko.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ